Με τη Θεία Λειτουργία και τον καθιερωμένο Αγιασμό για την έναρξη του νέου εκκλησιαστικού έτους εορτάστηκε σήμερα, Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026, η Αρχή της Ινδίκτου στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Χανίων, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κυδωνίας και Αποκορώνου κ. Τίτου.
Η 1η Σεπτεμβρίου σηματοδοτεί για την Ορθόδοξη Εκκλησία την έναρξη του νέου εκκλησιαστικού ενιαυτού και, παράλληλα, έχει καθιερωθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Ημέρα Προσευχής για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, καλώντας τους πιστούς σε ευχαριστία προς τον Θεό για το δώρο της δημιουργίας, αλλά και σε υπεύθυνη στάση απέναντι σε αυτήν.
Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, ο Σεβασμιώτατος κ. Τίτος ευχήθηκε προς τους κληρικούς και τους πιστούς η νέα εκκλησιαστική χρονιά να είναι γεμάτη «από πνευματικές ευλογίες και χαρές», από πνευματική καρποφορία και, κυρίως, από πίστη, ελπίδα και αγάπη προς τον Θεό.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, ο οποίος κατά την ημέρα της Αρχής της Ινδίκτου χοροστατεί στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, παρουσία των μελών της Αγίας και Ιεράς Συνόδου.
Ο Σεβασμιώτατος κάλεσε το εκκλησίασμα να ενώσει την προσευχή του με την προσευχή της Μητρός Εκκλησίας για τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη, ευχόμενος η Αγία Τριάδα να τον διαφυλάττει «υγιή, μακροημερεύοντα και ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας», ώστε να συνεχίζει τη διακονία του ως φωτεινός φάρος για την Ορθοδοξία και για όλους όσοι είναι αφοσιωμένοι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, τονίζοντας τη βαθύτερη πνευματική διάσταση του οικολογικού προβλήματος. Όπως επεσήμανε, η κτίση «πάσχει και οδυνάται με τον άνθρωπο», καθώς η ανθρώπινη εγωπάθεια, η πλεονεξία και η αλόγιστη χρήση των αγαθών της δημιουργίας πληγώνουν όχι μόνο τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά και ολόκληρο το φυσικό περιβάλλον.
Ο Σεβασμιώτατος υπεγράμμισε την ανάγκη εγκράτειας και ολιγάρκειας, συνδέοντας την πνευματική ζωή του ανθρώπου με την ευθύνη του απέναντι στην κτίση. Η εγκράτεια, όπως σημείωσε, δεν αφορά μόνο την προσωπική πνευματική πορεία, αλλά αποτελεί και έμπρακτη προσφορά προς το περιβάλλον, ώστε η δημιουργία του Θεού να μπορέσει «να αναπνεύσει» και να παραδοθεί ακέραιη στις επόμενες γενιές.
Κλείνοντας, ευχήθηκε σε όλους «Καλή κι ευλογημένη χρονιά! Χρόνια πολλά και ευλογημένα!», επικαλούμενος τη σκέπη και τη χάρη της Υπεραγίας Θεοτόκου για τους πιστούς και τις οικογένειές τους.
Κατά την ακολουθία, ο Προϊστάμενος του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού, π. Ευτύχιος, ανέγνωσε το Πατριαρχικό Μήνυμα της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου για την Αρχή της Ινδίκτου και την Ημέρα Προσευχής υπέρ της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, ενώ στη συνέχεια εψάλη το Πολυχρόνιον της Α.Θ. Παναγιότητος.
Το Πατριαρχικό Μήνυμα παρατίθεται αυτούσιο:
⸻
Ἀριθμ. Πρωτ. 668
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
⸻
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,
Χάριτι τοῦ ἀγαθοδότου Θεοῦ εἰσερχόμεθα σήμερον εἰς τό νέον ἐκκλησιαστικόν ἔτος, τιμῶντες καί ἑορτάζοντες ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ᾠδαῖς πνευματικαῖς, κατά τήν ἔναρξιν αὐτοῦ, τήν «Ἡμέραν προσευχῆς ὑπέρ τῆς προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος».
Ἡ πολυδιάστατος σύγχρονος οἰκολογική κρίσις εἶναι κρίσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς θρησκείας καί τῆς φιλοσοφίας του, τοῦ ἤθους καί τοῦ πολιτισμοῦ του. Προηγεῖται ἡ «κακή ἀλλοίωσις» τῆς ἐλευθερίας μας, ἡ ἀποκοπή καί ἡ ἀλλοτρίωσίς μας ἀπό τήν Πηγήν τῆς Ζωῆς, καί ἀκολουθεῖ ἡ καταστροφική διά τό φυσικόν περιβάλλον συμπεροφορά. Αἰσθανόμεθα βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην διά τό γεγονός ὅτι αἱ πρωτοποριακαί πρωτοβουλίαι καί παρεμβάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀδιαλείπτως ἀπό τό ἔτος 1989 μέχρι τῆς σήμερον, ὄχι μόνον ἀπεκάλυψαν τάς πνευματικάς παραμέτρους τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος, ἀλλά διήνοιξαν νέας ὁδούς καί προοπτικάς διά τήν ἀντιμετώπισίν του. Τά οἰκολογικά συνέδρια, οἱ σχετικοί διαχριστιανικοί καί διαθρησκειακοί διάλογοι, αἱ συγκεκριμέναι προτάσεις τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐπί περιβαλλοντικῶν θεμάτων, ἡ ἀναφορά εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί συνεπείας τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως καί ἄλλα τοιαῦτα, συγκροτοῦν μίαν ρωμαλέαν περιβαλλοντολογικήν πρότασιν, μέ ἔμφασιν εἰς τήν ἀδήριτον ἀνάγκην «κοπερνίκειας στροφῆς» εἰς τήν κατανόησιν τῆς ἰδέας τῆς προόδου καί εἰς τήν στάσιν τῆς ἀνθρωπότητος ἀπέναντι εἰς τήν φύσιν, καθώς καί εἰς τόν τρόπον δράσεως τῶν παραγόντων τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομίας καί τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν θρησκειῶν, τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας καί τῆς παιδείας τῆς νέας γενεᾶς.
Θά συνεχίσωμεν, ἔργῳ καί λόγῳ, τήν προβολήν τῆς οἰκολογικῆς προτάσεως τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τόν οἰκοφιλικόν δυναμισμόν τῆς εὐχαριστιακῆς, ἀσκητικῆς καί δοξολογικῆς σχέσεως μέ τήν δημιουργίαν, ὑπογραμμίζοντες πάντοτε ὅτι ἀπαιτεῖται ἐπισταμένη θεολογική ἐργασία διά τήν ἀποσαφήνισιν τοῦ αὐθεντικοῦ οἰκολογικοῦ μηνύματος τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καί παραδόσεως, ἐπ᾿ ἀγαθῷ τῆς «καλῆς λίαν» δημιουργίας.
Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ ἀνάδειξις τῶν θρησκευτικῶν καί ἠθικῶν διαστάσεων τῆς οἰκολογικῆς ἀπειλῆς θά ὁδηγήσῃ εἰς τήν συνειδητοποίησιν τῆς ἀξονικῆς σημασίας τῆς «οἰκολογικῆς εὐθύνης». Ἐπί τέλους, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά παύσῃ νά δρᾷ ὡς νά μή ἐγνώριζε καί νά ἀποβάλῃ ὁριστικῶς τήν ψευδαίσθησιν ὅτι ὁ πλανήτης γῆ δύναται εἰς τό διηνεκές νά ὑπερβαίνῃ τάς ἀνθρωπογενεῖς ἐπιβαρύνσεις καί καταστροφάς, ὅτι ἡ φύσις ἔχει τήν δύναμιν νά ἀνανεώνεται ἀφ᾿ ἑαυτῆς. Τό ἦθος τῆς εὐθύνης διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ὀφείλει νά ἐκφράζεται εἰς παγκόσμιον, ἐθνικόν, τοπικόν καί προσωπικόν ἐπίπεδον. Ἐπαναλαμβάνομεν καί πάλιν, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις οἰκολογικῆς εὐθύνης εἶναι «κατηγορική προστακτική» διά τήν ἀνθρωπότητα, ἐνώπιον τῆς μεγαλυτέρας ἀπειλῆς, τήν ὁποίαν ἐκλήθη αὕτη νά ἀντιμετωπίσῃ εἰς ὁλόκληρον τήν ἱστορικήν της διαδρομήν.
Προφανέστατα, μέ κυρίαρχον τό ἀνθρωπολογικόν πρότυπον, τό ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ ὁ «ἄφρων πλούσιος» τοῦ Εὐαγγελίου (Λουκ. ιβ΄, 17-21), μέ τό «καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω, καί συνάξω ἐκεῖ πάντα τά γενήματά μου καί τά ἀγαθά μου», καί τό «ψυχή, ἔχεις πολλά ἀγαθά κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου», ἡ ἀνθρωπότης ὑπονομεύει τό μέλλον της καί ἀφανίζει τόν «οἶκον» της. Αἱ «νεωτερικαί ἁμαρτίαι» τῆς ἀνθρωπότητος ἐδημιούργησαν, καί συνεχίζουν νά τό πράττουν, νέους διχασμούς καί διασπάσεις μεταξύ ἀνθρώπου καί φύσεως. Ὁ σύγχρονος «ἀνθρωποθεός» ἐμμένει εἰς τήν γεωκτονίαν, ἀγνοεῖ μέτρα καί ὅρια ἐν ὀνόματι γεωπολιτικῶν σχεδιασμῶν καί οἰκονομικῶν συμφερόντων, τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ἱκανοποιήσεως, οὐσιαστικῶς ἀκορέστων, ἀναγκῶν, ἀλλά καί, βαθύτερον, λόγῳ ἐσωτερικῶν βιωματικῶν καί ἀξιακῶν ἀνατροπῶν. Αἱ ἐπιπτώσεις μιᾶς παγκοσμίου κυριαρχίας τῆς βουλήσεως χειραγωγήσεως, ἐργαλειοποιήσεως καί ἐκμεταλλεύσεως τῆς φύσεως θά ἀποβοῦν τραγικαί διά τήν ζωήν εἰς τόν πλανήτην μας.
Ἡ προϊοῦσα ἀποδοχή καί ἐπίσημος καθιέρωσις τῆς 1ης Σεπτεμβρίου ὑπό τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου ὡς Ἡμέρας Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος ἀποκτᾷ σήμερον ἰδιαιτέραν βαρύτητα ὡς σύμβολον καί ἔμπρακτος προώθησις τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν. Ἐξ ἄλλου, ἡ δοξολόγησις τοῦ «δημιουργοῦ πάσης τῆς κτίσεως» κατά τήν Ἀρχήν τῆς Ἰνδίκτου εἰς τήν λειτουργικήν παράδοσίν μας, ἀποτελεῖ μίαν πολύτιμον παρακαταθήκην, ὡς πρόσκλησις καί προτροπή πρός σεβασμόν τῆς δημιουργίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται τάς συνεπείας τῆς ἀνοικείου ἀνθρωπογενοῦς ἐπιβουλῆς.
Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα,
Ὁ σεβασμός τῶν βασικῶν πυλώνων τοῦ οἰκολογικοῦ πολιτισμοῦ δύναται νά ἀνακόψῃ τάς οἰκοκαταστροφικάς τάσεις καί νά διανοίξῃ τόν «οἰκολογικόν μονόδρομον» τῆς βιωσίμου ἀναπτύξεως. Γενικώτερον, ἡ ἀνθρωπότης ἔχει ἀνάγκην συναινέσεως ἐπί ἑνός κορμοῦ κοινῶν θεμελιωδῶν ἀξιῶν, ὁ ὁποῖος, ἐντός ἑνός κόσμου ρήξεων καί πολώσεων, θά λειτουργῇ ὡς πυξίς διά τήν πορείαν πρός τό μέλλον. Ἄξονα αὐτοῦ τοῦ ἀξιακοῦ συνόλου θεωροῦμεν τήν ἀρχήν τῆς ἀλληλεγγύης, ὡς παράγοντος συνυπευθυνότητος, διαλόγου καί εἰλικρινοῦς ἀμοιβαιότητος, ὁμοῦ μετά τῆς συλλογικῆς εὐθύνης διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Τόσον ὁ ἔμπρακτος σεβασμός τῆς ἱερότητος τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅσον καί ἡ μέριμνα διά τήν ἀκεραιότητα τῆς κτίσεως, ἀποτελοῦν, ἐξ ἐπόψεως χριστιανικῆς, ζωτικάς ἐκφάνσεις τῆς εὐχαριστιακῆς πραγματώσεως τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κλήσεως τοῦ ἀνθρώπου νά καταστῇ «ἱερεύς» τῆς δημιουργίας.
Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, εὐχόμενοι αἴσιον καί εὔκαρπον ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς καί θεαρέστοις τόν νέον ἐκκλησιαστικόν ἐνιαυτόν, ἐπικαλούμεθα ἐπί πάντας ὑμᾶς, πρεσβείαις καί μεσιτείᾳ τῆς Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου, τήν πανίερον εἰκόνα τῆς ὁποίας εὐλαβῶς φυλάττομεν ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ, καί «στόμασι καί καρδίᾳ καί θελήματι» ἀσπαζόμεθα, τήν χάριν καί τό ἔλεος τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Οὗ τό ὑπεράγιον ὄνομα εἴη εὐλογημένον καί δεδοξασμένον νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν!
,βκς’ Σεπτεμβρίου α’
Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν


