Δ. Μονές & Μετόχια

Μοναστήρια και μετόχια

της Κυδωνίας και του Αποκόρωνα

  1. Μονές και μετόχια της Κυδωνίας και του Αποκόρωνα

α) Γενικά για τις μονές της μητροπόλεως

Οι γνώσεις μας για τις μονές της Κυδωνίας και του Αποκόρωνα σήμερα είναι εξαιρετικά περιορισμένες λόγω της έλλειψης νοταριακών πηγών. Κυρίως από τη βενετική απογραφή του 1637 αντλούμε τις περισσότερες πληροφορίες

Όλες οι μονές που λειτουργούν σήμερα στα όρια της μητροπόλεως είναι κτισμένες από την εποχή της βενετοκρατίας και μετά. Από τη βυζαντινή περίοδο μέχρι το 1204, σώζονται μόλις πέντε εκκλησίες οι οποίες ήταν μονές ή μετόχια. Ο τελευταίος αιώνας της Βενετοκρατίας χαρακτηρίζεται από άνθιση του μοναχισμού στην Κρήτη, ίδρυση νέων και ανακαίνιση παλιών μοναστηριών. Κρήτες ευγενείς για να αποτρέψουν τους περιπλανώμενους καλογήρους, την ουνία και την εξωμοσία χρηματοδότησαν μονές, τις προίκισαν με εύφορες εκτάσεις και έκτισαν λαμπρά αρχιτεκτονικά οικοδομήματα. Με τις μεγάλες περιουσίες οι μονές προσέφεραν στην παιδεία και υπηρέτησαν θρησκευτικούς, κοινωνικούς, ηθικούς και εθνικούς σκοπούς. Στην πεδιάδα των Χανίων ανοικοδομήθηκαν στα χρόνια της βενετοκρατίας πολλά μοναστηριακά μετόχια, που ανήκαν σε άλλες μονές, αλλά και ιδιωτικά μετόχια, πολλά από τα οποία περιήλθαν στις μονές λίγο πριν το 1645, για να μην περιπέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ο συνηθισμένος τύπος ήταν, μια μικρή μονή στο κέντρο μιας μεγάλης αγροτικής περιουσίας. Οι μονές και τα μετόχια των Χανίων ανήκουν στον αρχιτεκτονικό τύπο των Ορθόδοξων μονών: στο κέντρο δεσπόζει ο ναός, συνήθως μικρός και απλός. Το συγκρότημα σε ορθογώνιο σχήμα, στις πτέρυγες έχει τα κελιά των μοναχών ή των ιδιοκτητών και του προσωπικού, καθώς και άλλες εγκαταστάσεις (ελαιοτριβεία, ληνοί, αποθήκες προϊόντων και εργαλείων, κλπ.).

Επί τουρκοκρατίας το Πατριαρχείο για να αποφύγει τις καταστροφές και δημεύσεις περιουσιών, ανακήρυσσε τις μονές σε Σταυροπήγια. Έτσι έμεναν αφορολόγητες, είχαν σχετική αυτοτέλεια και ήταν υπό την άμεση δικαιοδοσία και προστασία του Πατριάρχη. Η σταυροπηγιακή ιδιότητα ευνόησε και συντέλεσε στην αύξηση της περιουσίας και στην ακώλυτη ανάπτυξή τους. Βέβαια όσες φορές οι Κρήτες ξεσηκώθηκαν, οι Τούρκοι προέβαιναν στην πυρπόληση των μονών και στη σφαγή μοναχών αλλά και πολλές φορές αναίτια ενοχλούσαν τις μονές με παράλογες απαιτήσεις, καταπατήσεις κτημάτων και καταστροφές.

β) Οι μονές και τα μετόχια που υπήρχαν στα όρια της μητροπόλεως

Από όσες αναφέρονται στην απογραφή του 1637 και από σποραδικές πληροφορίες, συμπεραίνουμε ότι υπήρχαν οι εξής μονές:

1) Μέσα στην πόλη των Χανίων: του Αγίου Βλασίου, του Χριστού, της Θεοτόκου του Πλαΐτη, της Θεοτόκου της Σιών με 5 μοναχούς το 1637, της Θεοτόκου Χρυσοσπηλιωτίσσης με ιερομόναχο και 3 μοναχούς το 1637, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου με ιερομόναχο, 3 μοναχούς και 2 διακόνους το 1637, του Αγίου Νικολάου στο Θαλασσόσπηλιο, και της Παναγίας της Βαρδιανής στον «Pirgo Filassomenoluoco di Vardia». Η μονή του του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου την οποία δήλωσε ο παπά «Gianni Maniati» ότι είχε υπό την κατοχή του χωρίς να υπάγεται σε ενορία. Η μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στη θέση «porte di Tesoro» ιδιοκτησία του ευγενούς «Manolesso Vitouro» χωρίς ενοριακή φροντίδα και κατοικούσαν σ’ αυτήν τρεις ιερομόναχοι και δυο μοναχοί.

2) Εκτός των τειχών και στην ευρύτερη περιοχή της Κυδωνίας, χωρίς να γνωρίζουμε τη θέση όλων, υπήρχαν 58 μονές και μετόχια:

Στον Κλαδισό του Αγίου Κωνσταντίνου, των Αγίων Πάντων και της Αγίας Τριάδος η οποία δεν έχει εντοπισθεί, αλλά σε τούρκικο μετόχι σώζεται πύργος με επιγραφή 1601.

Στον Κλαδισό στο Σκλαβόπουλο του Αγίου Ιωάννου με ιερομόναχο και 4 μοναχούς το 1637.

Στο Βαρούσι ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος μεταβιβάσθηκε το 1654 στην πατριαρχική δικαιοδοσία αλλά το 1730, ο Πατριάρχης Παΐσιος Β΄ κατάργησε το εξαρχικό καθεστώς και τον υπήγαγε  στην επισκοπή Κυδωνίας.

Στο Σαμόλι του Αγίου Ιωάννου, στο Φουρνόσχισμα του Αγίου Νικολάου, στη Λαθήρα της Μεταμόρφωσης, και στον κάμπο των Χανίων του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, της Ζωοδόχου Πηγής της Χρυσοπηγής και το μετόχι του Αγίου Αντωνίου.

Η μονή Βαλεδιανών είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στα Κατσιφαριανά και αναφέρεται το 1637 ως «Boccadoro» με ένα ιερομόναχο και 3 μοναχούς, ενώ το 1797 ήταν μετόχι της Χρυσοπηγής.

Στα Νεροκούρου ο Άγιος Γεώργιος του Μορμόρη κτίσθηκε πριν το 1645 στα ερείπια μονής. Η ονομασία «Μόρμορη» προέκυψε από τον κτήτορα ευγενή Γεώργιο Μούρμουρη, ο οποίος παραχώρησε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στον μοναχό Βλάσιο Κύπριο, κτήτορα της Μονής Γωνιάς. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου, ήταν μετόχι του Γδερνέτου, παραχωρήθηκε το 1654 μαζί με τα Νεροκούρου στην πατριαρχική δικαιοδοσία και κατείχε χωράφια, αμπελώνες, ελαιόδεντρα και διάφορα κτίσματα. Το 1671 επικυρώθηκε ο σταυροπηγιακός χαρακτήρας του Αγίου Γεωργίου Μόρμορη, το 1730 ο Πατριάρχης Παΐσιος Β΄ κατάργησε το εξαρχικό καθεστώς και τον επανέφερε στην επισκοπή Κυδωνίας, αλλά και το 1789 ανανεώθηκε η πατριαρχική  αξία του. Αναφέρεται ως μετόχι του Γουβερνέτου το 1836, ενώ σήμερα είναι μετόχι των Κορακιών.

Η μονή της Αγίας Άννας αναφέρεται «sua senza cura» δηλ. χωρίς ενεργή λατρευτική χρήση.

Στην απογραφή του 1637 αναφέρεται η μονή της Παναγίας Ελεούσας στα Νεροκούρου που ήταν μετόχι της Αγίας Αικατερίνης στα Νεροκούρου.

Ο ναός των Αγίων Σαράντα στα Νεροκούρου φέρει επιγραφή «Οικοδομήθη ΑΦϞΔ ΙΖ» (=1594) και αναφέρεται ως μετόχι της Αγίας Αικατερίνης του Σινά.

Στην απογραφή του 1637 αναφέρεται στα Τσικαλαριά η μονή της Αγίας Φωτεινής.

Ανάμεσα στα Χανιά και τις Μουρνιές, αναφέρεται στην απογραφή του 1637 εκτός των τειχών, η μονή του Αγίου Βασιλείου με 15 μοναχούς, στην οποία υπάγονταν η μονή της Θεοτόκου στα Ποτιστήρια και ο Άγιος Παντελεήμονας στο Ακρωτήρι. Μετά τη βενετοκρατία πουλήθηκε σε Τούρκους και είναι άγνωστη η θέση της.

Στις Μουρνιές η μονή του Αγίου Ελευθερίου συνενώθηκε πριν από το 1681 με τη μονή Χρυσοπηγής. Στις Μουρνιές ανατολικά του κεντρικού ναού της Ζωοδόχου Πηγής, στον κεντρικό δρόμο, υπήρχε η μονή της Ζωοδόχου Πηγής των Μοναζουσών ή Πτωχή ή Μεσοχωριανή, η οποία το 1595 ανήκε στον ιερομόναχο Γεράσιμο Φωτεινόπουλο ως μετόχι του μοναστηριακού συμπλέγματος Ζωοδόχου Πηγής – Αγίου Ελευθερίου. Το 1870 αναφέρεται ότι ο ναός της ήταν απλός μονόχωρος και τα κελιά της μονή ερειπωμένα.

Στις Μουρνιές υπάρχει η μονή του Προφήτη Ηλία με επιγραφή και οικόσημο των Καλλιέργηδων, που δηλώθηκε το 1637 από τον «calogero Matheo Megaloconomo», με ένα ιερομόναχο και ένα μοναχό. Το 1670/1 ήταν μετόχι του Γουβερνέτου ενώ σήμερα είναι μετόχι της Χαρωδιάς.

Στις Μουρνιές επίσης υπήρχε το 1595 η μονή του Μιχαήλ Αρχαγγέλου στη θέση Πελεκάνος, στο σημερινό κοιμητήριο, ο ναός κατεδαφίστηκε δυο φορές και ανοικοδομήθηκε πρόσφατα.

Τέλος η μονή του Αγίου Γεωργίου στις Μουρνιές, που δήλωσε το 1637 ο «calogero Melettio Lorando», ήταν ιδιοκτησία των αρχόντων «Zaccaria Molin et Bernandin Vergano» και είχε έξι μοναχούς.

Στα Περιβόλια υπήρχαν οι μονές της Αγίας Τριάδος και του Αγίου Γεωργίου Χαρωδιάς, στη Γαρίπα η Αγία Παρασκευή, στον Βαντέ του Αγίου Παύλου, στο Βαρύπετρο της Αγίας Κυριακής, και στα Ποτιστήρια της Θεοτόκου και του Αγίου Γεωργίου.

Στον Γαλατά υπήρχε η μονή του Αγίου Γεωργίου που δηλώθηκε το 1637 από τον «Geromonaco Mettodio Servo». Το 1654 ήταν μετόχι της μονής Γδερνέττου, ο ναός μαζί με τον Γαλατά μεταβιβάσθηκαν στην πατριαρχική δικαιοδοσία, αλλά το 1730 ο Πατριάρχης Παΐσιος Β΄ κατάργησε το εξαρχικό καθεστώς και την υπήγαγε στην επισκοπή Κυδωνίας.

Ακόμη στον Γαλατά υπήρχαν οι μονές της Θεοτόκου, της Αγίας Μαρίνας, του Αγίου Θεοδώρου και του Αγίου Νικολάου.

Στα Βλυχάδια (Ταμπακαριά) υπήρχε η μονή της Αγίας Κυριακής και η μικρή εκκλησία που υπάρχει σήμερα, η μισή μέσα σε σπηλιά, με μεταγενέστερες επεμβάσεις ίσως ήταν το Καθολικό της μονής και επομένως είναι παλιότερη από το 1612.

Στη Χαλέπα υπήρχε ο Άγιος Παντελεήμων, που ήταν μετόχι της Αγίας Τριάδος.

Η μονή του Αγίου Γεωργίου του Κερατιδιώτη ή Απιδιώτη (πιθανόν είναι η ίδια μονή), στο Κερατίδι Κυδωνίας ή στον Κουμπελή ή στα Φακωθιανά της Χαλέπας ήταν γυναικεία το 1596. Το 1615 οι μοναχές αντιτάχθηκαν στην υπαγωγή τους στη δικαιοδοσία της Αγίας Κυριακής. Αργότερα τον 17ο αι., εξαφανίζεται (πιθανώς με την κατάκτηση των Τούρκων), αλλά ο Απιδιώτης αναφέρεται ότι υπήρχε το 1739.

Γυναικείες μονές ήταν του Τιμίου Προδρόμου στις Κορακιές και του Αγίου Ματθαίου στα Φρούδια.

Στη Σούδα υπήρχε η μονή του Χριστού στον Ασπαλαθέα, η οποία το 1445 ήταν ανεξάρτητη και αργότερα μετόχι της Αγίας Κυριακής Χαλέπας, η μονή του Αγίου Γεωργίου, απέναντι και βορειοδυτικά της νησίδας και στο νέο λιμάνι του Αγίου Γεωργίου. Στα νότια της Σούδας επίσης, σε μια δύσβατη βουνοπλαγιά, 600 μέτρα από την εθνική οδό, όπου υπάρχουν ερείπια ναού και κτισμάτων, υπήρχε η μονή των Αγίων Σαράντα για την οποία δεν βρήκα καμιά μαρτυρία.

Στα Κουνουπιδιανά υπήρχε η μονή του Αγίου Ονουφρίου με 2 μοναχούς το 1637, και στον Κουμπελή του Αγίου Γεωργίου.  Στον Βόθωνα η μονή του Αγίου Αντωνίου και στους Φεγγίτες Αρώνι του Αγίου Γεωργίου. Στο Γκαλαγκάδω (Παζινός), του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος και του Αγίου Γεωργίου με ναό μονόχωρο καμαροσκέπαστο, κτίσμα 16ου–17ου αι., την οποία δήλωσε το 1637 ο ιερομόναχος Νεόφυτος Χαρτοφύλαξ με 4 μοναχούς.

Στις Στέρνες υπήρχαν οι μονές του Αγίου Δημητρίου, του Γενεσίου της Θεοτόκου στην Περβολίτσα που αναφέρεται στην απογραφή του 1637 «S. Maria Pervolizzi», και των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Μαράθι.

Οι μεγάλες μονές του Ακρωτηρίου είναι της Κυρίας των Αγγέλων Γουβερνέτου και της Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων. Στον Μουζουρά υπήρχε η μονή της Κοίμησης της Θεοτόκου, και στα Χωραφάκια επίσης της Κοίμησης της Θεοτόκου.

Υπήρχαν τέλος οι μονές του Αγίου Δημητρίου Πύργος Πλατανιά και στον Κουφό της Ζωοδόχου Πηγής.

3) Στον Αποκόρωνα υπήρχαν 10 μονές ή μετόχια:

Πριν από το 1181 κτίσθηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στο μετόχι της Πάτμου στα Άπτερα, στα ερείπια μεγάλου παλαιοχριστιανικού ναού.

Ο Άγιος Γεώργιος Δρούβικας είναι το τρίτο από τα εννιά κτίσματα του Αγίου Ιωάννου του Ξένου στο κατώφλι του 11ου αι., αναφέρεται ως μονή το 1637, και δημεύθηκε το 1770 από γενίτσαρους που σκότωσαν τους μοναχούς.

Κτίσμα του 1501 είναι η Μεταμόρφωση του Χριστού στον Αγκαβανέ στις Καλύβες, μάλλον καθολικό μονής ή μετοχιού, με στοιχεία γλυπτού διακόσμου, με επιρροές από τη δυτική τέχνη, που έχει στο φεγγίτη του ιερού χρονολογία 1889, μάλλον έτος ανακαίνισης μετά τις ζημιές που υπέστη κατά την επανάσταση του 1878.

Κτίσμα της βενετοκρατίας, χωρίς σαφή χρονολόγηση που δηλώθηκε ως «monasterio di S. Venedanda Castel Apicorna» στην απογραφή του 1637 από τον «Geromonaco Mettodio Scordili». Είναι μάλλον η Αγία Παρασκευή ανατολικά έξω από το Καστέλλι στις Καλύβες, η οποία αποκαλύφθηκε πρόσφατα μετά από ανασκαφή.

Μονή ή μετόχι ήταν η Ζωοδόχος Πηγής στην Κερά Καλυβών. Στην ανασκαφή που έγινε το 1998 αποκαλύφθηκαν λείψανα τρίκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής με νάρθηκα, που εκτιμήθηκε ότι είναι του 6ου αι. Η πρώτη πληροφορία για το ναό προέρχεται από το Χριστόφορο Μπουοντελμόντι το 1415 που την αναφέρει ως «μικρό νεόκτιστο εκκλησάκι». Στην απογραφή του 1637 δηλώθηκε από τον «Geromonaco Manusso Mauromati» με 4 μοναχούς. Διακρίνεται στο χάρτη του Boschini (1651) με κτίσματα στη νότια πλευρά κολλημένα στο ναό. Κατεδαφίστηκε πιθανώς το 1692, όταν οι Τούρκοι σκότωσαν τους μοναχούς, επειδή τροφοδοτούσε τη νησίδα της Σούδας ή το 1715 όταν νησίδα της Σούδας καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Μετά το 1869 ανοικοδομήθηκε πάλι αλλά δίκλιτη και πρόσφατα αποκαταστάθηκε.

Στο Καλαμίτσι ο ιερομόναχος Αμβρόσιος Νταμαρό δήλωσε τη μονή «Maddona Stighiadena Alexandrou» που ανήκε στον ευγενή «Giovanni Pizzimano» και στην οποία ζούσαν το 1637 επτά μοναχοί.

Στον Στύλο κτίσμα του 11ου αι. είναι η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα ή Ζερβιώτισσα ή Μοναστήρα, εντυπωσιακής αρχιτεκτονικής, εγγεγραμμένος σταυροειδής με οκτάπλευρο τρούλο, με ζωγραφικό διάκοσμο που σώζεται ελάχιστα και αναπαράγει την παράδοση της Κωνσταντινούπολης. Αναφέρεται στην απογραφή του 1637 ως «Madonna Afentissa» και τη δήλωσε ο παπά Μανόλης Αχίνεος. Το 1650 η μονή της Πάτμου δηλώνεται ως Παναγία Παλιόκαστρου, γεγονός που σημαίνει ότι κατά  τη διάρκεια του πολέμου οι μοναχοί μάλλον εγκατέλειψαν τη μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στα Άπτερα και μετακινήθηκαν στη Ζερβιώτισσα.

Αναφέρονται ακόμη ως μονές: μεταξύ Φρε και Νίππους ο Άγιος Κωνσταντίνος, στον Καλοσυκιά Καλυβών ο Άγιος Γεώργιος και στο Νίππος το Γενέσιο της Θεοτόκου ή Παναγία Περβολιτσιανή με τοιχογραφίες υψηλής ποιότητας.

γ) Μονές που λειτουργούν σήμερα στα όρια της μητροπόλεως και τα μετόχια τους

Στη μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου υπάρχουν οι μονές: της Κυρίας των Αγγέλων Γουβερνέτου, της Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων, της Ζωοδόχου Πηγής του Χαρτοφύλακος ή Χρυσοπηγής με εξάρτημα τη Μεταμόρφωση στο κάστρο Βαρυπέτρου και την Αγία Κυριακή στο Βαρύπετρο, του Αγίου Γεωργίου Χαρωδιάς, του Τιμίου Προδρόμου στις Κορακιές και του Αγίου Γεωργίου στο Καρύδι Αποκορώνου.

Μοναστηριακά μετόχια είναι: του Αγίου Ελευθερίου Μουρνιών, του Αγίου Παύλου στο Ακρωτήρι, του Γενεσίου της Θεοτόκου στην Περβολίτσα, του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος στον Παζινό, του Αγίου Γεωργίου Νεροκούρου, των Εισοδίων της Θεοτόκου Κουμαρέ, του Αγίου Χριστοφόρου Κορακιών, των Αγίων Αναργύρων Ελάτης, και του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στα Άπτερα.

Τέλος στις Μουρνιές υπάρχει η Αγία Μονή του Σαρακήνα μετόχι της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους και στα Περιβόλια η Αγία Τριάδα μετόχι του Σινά.

 

  • Η Μονή Κυρίας των Αγγέλων Γουβερνέτου

Η μονή Γουβερνέτου βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Ακρωτηρίου. Η ονομασία «Γουβερνέτο» οφείλεται σε παρετυμολογία του «Γδερνέτο» ή «Γδερνέτω» ή «Δερνέτο», που ήταν ένα παλιό κοντινό χωριό, το οποίο ερημώθηκε λόγω της πανώλης που ενέσκηψε στην περιοχή.

Έτος ιδρύσεως της μονής είναι το «ΑΦΛΖ» (=1537), όπως αναγράφεται στο υπέρθυρο της κυρίας εισόδου. Σε συνδυασμό με τη χρονολογία «ΖΝϚ» (=7056=1548) που υπάρχει στον διακοσμητικό φεγγίτη της ανατολικής πτέρυγας, προσδιορίζεται το διάστημα ανοικοδόμησης της μονής.

Το 1570 ηγούμενος ήταν ο Ανανίας, ένας μοναχός με πατριωτική δράση, ενώ ο Ιερεμίας Τζαγκαρόλος το 1589 ήταν απλός μοναχός, μαζί με τον αδελφό του Λαυρέντιο, αλλά έφυγαν δυσαρεστημένοι,  επειδή «ότε ιερούργουν οι δύο αδελφοί, εμνημόνευον των γονέων των Ρούσελ και Δομνήκης … οι πατέρες ηγανάκτουν και εσκανδαλίζοντο σφόδρα, διότι ήκουον χριστιανούς μνημονευομένους μη ορθοδόξους».

Την περίοδο 1599-1621 είναι γνωστοί τέσσερις ηγούμενοι και το 1619 η μονή ήταν κοινόβιο. Το 1621 κλήθηκε ο Ιερεμίας Τζαγκαρόλος να ηγουμενεύσει επιτροπικώς το Γδερνέτο, αφού ξέσπασε έριδα των μοναχών με τον ηγούμενο Νεόφυτο Πετρόπουλο. Ο Νεόφυτος επεδίωκε διαρκή ηγουμενία, η βενετική διοίκηση όρισε προσωρινά ηγούμενο τον Ιερεμία, ο οποίος εισήγαγε το διοικητικό σύστημα της Αγίας Τριάδος με τριετία ηγουμενίας και ετήσια εκλογή οικονόμου. Απομακρύνθηκαν ο Νεόφυτος Πετρόπουλος στον Άγιο Ονούφριο, ο μοναχός Θεοφάνης και οι ιερομόναχοι Ιωακείμ Καππαδάκης και Μεθόδιος Μανιάτης και αντικαταστάθηκαν από τέσσερις άλλους μοναχούς στις 9-8-1621.

Ονομαστός μοναχός του Γουβερνέτου ήταν ο Μητροφάνης Φασιδώνης, πρώην κυβερνήτης πλοίων στον βενετικό στόλο, που διέπλεε το Αιγαίο και μετέφερε αξιωματούχους σε διάφορες αποστολές. Στα μητρώα της ελληνικής κοινότητας της Βενετίας το 1587 αναφέρεται «Marco Fasidogni» και το 1593 ασπάστηκε το μοναχισμό και πήρε το όνομα Μητροφάνης. Με άδεια από τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας, πολέμησε και ως μοναχός υπέρ της Βενετίας. Το 1606 ο Γενικός Προβλεπτής πληροφορεί το Δόγη για τη σχετική υπηρεσία και τον αναφέρει ως ανώτερο κληρικό που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Βενετίας. Ο Φασιδώνης έναντι των υπηρεσιών του έλαβε βοήθημα, αλλά λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, παρακάλεσε και πέτυχε από τη Σύγκλητο της Βενετίας, το βοήθημα να χορηγείται στη μονή μετά τον θάνατό του επί 15 έτη (ζούσε μέχρι το 1622). Την εποχή εκείνη η μονή φαίνεται ότι ήταν σε κακή οικονομική κατάσταση (1616). Μεταξύ 1622 και 1637 ηγουμένευσαν ο Ιωάσαφ Καλαφάτης και ο Γρηγόριος Κελαΐτης, γόνοι οικογενειών ευγενών Κρητών. Στην απογραφή του 1637 ο ηγούμενος Γρηγόριος Κελαΐτης δήλωσε τη μονή ως διάδοχος του Ιωάσαφ Καλαφάτη και είχε 60 ιερομόναχους, μοναχούς και υπηρέτες.

Τον 1654, ο μητροπολίτης Κρήτης Νεόφυτος Πατελλάρος παραχώρησε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωαννίκιο Β΄ έξι μοναστήρια της Κρήτης μεταξύ αυτών τη μονή της Κυρίας των Αγγέλων Γδερνέττου με τα μετόχια της. Το 1747 με σιγίλλιο του Πατριάρχη Παϊσίου Β΄ ανανεώθηκε το πατριαρχικό καθεστώς της Μονής Γουβερνέτουν, αλλά το 1753 η μονή επανυπήχθη στη μητρόπολη Κρήτης με σιγίλλιο του Πατριάρχη Κυρίλλου Ε΄. Ο Πατριάρχης Θεοδόσιος Β΄ το 1769, επικύρωσε την υπαγωγή των Σταυροπηγιακών μονών στη δικαιοδοσία του μητροπολίτη Κρήτης. Το 1778, ο Πατριάρχης Σωφρόνιος Β΄ αποφάσισε να επαναφέρει τις Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές μονές της Κρήτης στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου και η ολοκλήρωση του εγχειρήματος έγινε το 1797 επί Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Η μονή περιλαμβάνεται στον  κατάλογο του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1803 και τέλος το 1836 επικυρώθηκε το πατριαρχικό της καθεστώς.

Πριν από το 1765 η μονή υπέστη καταστροφές από πυρκαγιά. Στα τέλη Ιουνίου 1821, μια ομάδα έφιππων μουσουλμάνων, επιτέθηκαν στο Ακρωτήρι πυρπόλησαν τη μονή της Αγίας Τριάδος και έσφαξαν στην έξοδο του φαραγγιού επτά μοναχούς οι οποίοι έτρεχαν να σωθούν προς την Αγία Τριάδα. Στο σημείο της σφαγής οι χριστιανοί χάραξαν στο βράχο επτά σταυρούς, αλλά με την πρόσχωση του φαραγγιού για την κατασκευή αμαξόδρομου για να μην χαθεί το σημείο οι μοναχοί ζωγράφισαν επτά λευκούς σταυρούς και κατασκεύασαν εικονοστάσι. Στη μονή είχαν καταφύγει γυναικόπαιδα τα οποία προστάτεψαν λίγοι επαναστάτες και τα προώθησαν από το αυλάκι στη θάλασσα, όπου τα περισυνέλεξαν Κασσιώτικα καράβια και τα διεπέρασαν στις Καλύβες. Οι Τούρκοι λεηλάτησαν και πυρπόλησαν τη μονή που ανέλαβε χάρη στη φιλοπονία των μοναχών, στις δωρεές χριστιανών και στις αφιερώσεις περιουσιών και γι’ αυτό την περίοδο της αιγυπτιοκρατίας ήταν σε ακμή. Το 1860 ήταν στο απόγειο της ακμής της. Με την έναρξη της επανάστασης του 1866, ο ηγούμενος της μονής Μισαήλ Ματζάκης διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο ως αγγελιαφόρος των επαναστατών στις προξενικές αρχές. Κατά την επανάσταση αυτή δεν υπέστη σημαντικές ζημιές η περιουσία της, αλλά εγκαταλείφθηκαν καλλιέργειες. Το 1877-78 διαλύθηκε λόγω εσωτερικών διενέξεων των μοναχών της. Οι μοναχοί επανήλθαν και το Νοέμβριο του 1878, ζήτησαν και στάλθηκε μέχρι την εκλογή ηγουμένου ως επιστάτης ο Μισαήλ Τζιλβάκης πρώην ηγούμενος της Αγίας Τριάδος. Τον Ιούλιο του 1889 κατέφυγε πλήθος χριστιανών στη μονή για να προστατευτούν, όπως και τον Ιανουάριο του 1897, όταν η μονή διέτρεφε μεγάλο μέρος των οικογενειών που είχαν καταφύγει στο φαράγγι. Η Διοικητική Επιτροπή του Επαναστατικού Στρατοπέδου Ακρωτηρίου υποχρέωνε τις μονές του Ακρωτηρίου να συμβάλουν στην τροφοδοσία των επαναστατών, οι μοναχοί του Γουβερνέτου, αν και πρόβαλαν αδυναμία, τελικά ανταποκρίθηκαν.

Την περίοδο 1941-44 οι Γερμανοί εγκατέστησαν φυλάκιο στη μονή και προξένησαν καταστροφές. Η συμβολή της στους αγώνες για την ελευθερία της Κρήτης ήταν γενικά σημαντική, όπως και στην παιδεία με βάση τις οικονομικές της δυνατότητες.

Ο περίβολος της μονής είναι φρουριακός σε σχήμα παραλληλόγραμμου και στις γωνίες ορθώνονται τέσσερις τετράγωνοι πύργοι. Στο υπέρθυρο της κυρίας εισόδου η επιγραφή «ΑΧΛΑ» (=1631) είναι μεταγενέστερη.

Στο κέντρο του συγκροτήματος ορθώνεται το καθολικό, μονόχωρο, τρίκογχο, με τρούλο, νάρθηκα, πρόθεση και διακονικό εκατέρωθεν του ιερού. Είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και γι’ αυτό αποκαλείται η μονή της «Κυρίας των Αγγέλων». Η ανέγερσή του ξεκίνησε μάλλον από τον Ιερεμία Τζαγκαρόλο μετά το 1621 και δεν είχε τελειώσει όταν οι Τούρκοι κατάλαβαν τα Χανιά, αλλά ολοκληρώθηκε το 1894.

Σε σκίτσο του Ρώσου μοναχού Βασιλείου Barskij του 1745 ανάμεσα στο δυτικό άκρο του καθολικού και την υπό ανέγερση πρόσοψη του νάρθηκα, παρεμβάλλεται κτίσμα μονόχωρο καμαροσκέπαστο, ο μικρός ναός, που προϋπήρχε κτισμένος ήδη από το 1548 και κατεδαφίστηκε με την ανέγερση του νάρθηκα. Στο καθολικό είναι ενσωματωμένα δυο παρεκκλήσια, του Αγίου Ιωάννου του Ερημίτη και των Αγίων Δέκα Μαρτύρων. Στην ανατολική πλευρά του ναού, τις κόγχες εκατέρωθεν στεγάζουν δυο σταυροθόλια. Στην πρόσοψη στους παραστάδες της εισόδου, στο υπέρθυρο και στον φεγγίτη τα γλυπτά διακοσμητικά είναι εντυπωσιακά. Έξι δωρικοί κίονες εδράζονται σε πεσσούς ενσωματωμένους, κι έχουν στη βάση τους ανάγλυφες κεφαλές, με μορφάζουσες μάσκες, σύμβολα δαιμόνων ή αποτροπαϊκά.

Ανατολικά του καθολικού υπήρχε το παρεκκλήσι του Αγίου Προκοπίου, με επιγραφή «ΖΝϚ» (=7056=1548), και το νεκροταφείο της μονής. Το παρεκκλήσι  κατεδαφίστηκε, ανοικοδομήθηκε έξω από τη μονή και μεταφέρθηκε εκεί το νεκροταφείο. Από το 2005 έγιναν εργασίες αναστήλωσης του καθολικού και των κελιών.

Στην κάθοδο προς το καθολικό του Αγίου Ιωάννου του Ερημίτη οδηγεί ένα μονοπάτι με λαξευμένα σκαλοπάτια. Σε μικρή απόσταση από τη μονή υπάρχει το σπήλαιο της Αρκουδιώτισσας, που οφείλει την ονομασία του σε ένα μεγάλο σταλαγμίτη σε μορφή αρκούδας που φαίνεται να πίνει νερό από τη δεξαμενή. Με βάση τα ευρήματα, εδώ ήταν η μόνη πιστοποιημένη στην Κρήτη περιοχή λατρείας της Αρτέμιδος Άρκτου κατά την αρχαιότητα. Στην είσοδό του σπηλαίου υπάρχει παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Υπαπαντή του Χριστού και κελιά, και αναφέρεται στην απογραφή του 1637. Ο διπλανός,  μικρός σπηλαιώδης χώρος είναι αφιερωμένος στον Άγιο Γεράσιμο της Κεφαλληνίας και στους Σφακιανούς Αγίους Μανουήλ και Ιωάννη. Δυτικά στην απέναντι πλαγιά, φαίνεται ο Άγιος Αντώνιος με κελιά και δεξαμενή, που είναι κτισμένος πριν από το 1637.

Στο βάθος του φαραγγιού που είναι γνωστό ως «του Αγίου το αυλάκι» κοντά στο ερειπωμένο χωριό Γδερνέτο, είναι το καθολικό του Αγίου Ιωάννου. Είναι λαξευμένο στον βράχο, δίπλα στο σπήλαιο, που διεισδύει στο βουνό προς νότια, μέσα στο οποίο πέθανε ο Άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης. Η παλιότερη αναφορά στο καθολικό είναι στην απογραφή του 1637 «la chiesa di San Zuanne Herimita». Η λιθόκτιστη είσοδος στον προαύλιο χώρο είναι εντοιχισμένη σε βράχο και επιστέφεται με δίλοβο καμπαναριό.

Η πρόσοψη του καθολικού είναι από βόρεια, κτισμένη με λαξευτούς λίθους, πάνω από την είσοδο υπάρχει στρογγυλός φεγγίτης, δεξιά και αριστερά δυο οξυκόρυφα παράθυρα και απολήγει σε τριγωνικό αέτωμα. Στην εσωτερική πλευρά του θυρώματος υπάρχει η χρονολογία 1618, άρα το καθολικό είναι κτισμένο μετά τη μονή της Κυρίας των Αγγέλων και αποτελούσε εξάρτημά της. Ας σημειωθεί εδώ ότι η αναγνώριση του Αγίου Ιωάννου του Ερημίτη ως αγίου από τη Μεγάλη Εκκλησία έγινε το 1632.

Τα δυο δυόροφα κτίσματα, σε διαφορετικά επίπεδα, με μεγάλους θολωτούς χώρους και το γεγονός ότι απουσιάζουν χώροι που να υποδηλώνουν μόνιμη διαβίωση, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα κτίσματα αυτά ήταν για την εξυπηρέτηση του πλήθους των προσκυνητών και την προσωρινή διαβίωση των μοναχών. Τις δυο πλευρές του φαραγγιού ενώνει η γέφυρα στηριγμένη σε τοξοτές κατασκευές, έργο του Ιερεμία Τζαγκαρόλου μετά το 1621. Στην απέναντι πλευρά του φαραγγιού υπάρχουν δυο μικρά ασκητήρια.

Στη δυτική πλευρά του φαραγγιού υπάρχει μικρότερο φαράγγι και άλλο σπήλαιο, στην είσοδο του οποίου είναι ερειπωμένη η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (του Απιδιώτη;) με ερείπια οικημάτων και δεξαμενής, ίσως εξάρτημα του Καθολικού.

Στη δήλωση του 1637 η μονή Γδερνέτου είχε δέκα μετόχια. Από τα γνωστά κατά καιρούς μετόχια της είναι: των Εισοδίων της Θεοτόκου Κουμαρέ, της Αγίας Μαρίνας στις Ξερολιές κοντά στην Αγ Τριάδα έρημο από τέλη 19ου αι., του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Κορακιών, του Αγίου Ιωάννου του Ερημίτη το Καθολικό, της Υπαπαντής στην Αρκουδιά, απέναντι του Αγίου Αντωνίου, του Αγίου Αντωνίου στο Λιδομούρι, του Αγίου Βασιλείου στα Περιβόλια, του Αγίου Γεωργίου του Μορμόρη στα Νεροκούρου, του Αγίου Ιωάννου Βαπτιστού στον Κουρνά, της Αγίας Ειρήνης στη Σούδα, της Θεοτόκου Οδηγήτριας και του Μιχαήλ Αρχαγγέλου στην Κίσαμο, του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού στα Νοπήγια, του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού στα Νοχιά, της Παναγίας Σκηνιώτισσας στη Δέμπλα Κισάμου, του Αγίου Παύλου στον Πυργοφυλασσόμενο, του Προφήτη Ηλία το μετόχι Καλλέργη στις Μουρνιές, του Αγίου Νικολάου στις Στέρνες, ενώ αναφέρονται και άλλα σε Χορδάκι, Καμπάνι, Αρώνι, Πιθάρι, Χαλέπα, Μουρνιές, Γαλατά, Κάτω Παλαιόκαστρο Κισάμου και Σμύρνη.

Από τη δήλωση του 1637 φαίνεται ότι ήταν η πιο πολυάριθμη μονή των Χανίων και είχε 60 ιερομόναχους, μοναχούς και υπηρέτες, το 1670 ηγούμενος ήταν ο Μεθόδιος Κονταχάρης και είχε 18 μοναχούς, το 1818 είχε 50 μοναχούς και 60 το 1860.

Στο μουσείο της μονής σώζονται λίγες εικόνες από το 15ο μέχρι τον 19ο αι., η εξαίρετης τέχνης εικόνα της Παναγίας Γλυκοφιλούσας του 15ου αι., λίγα κειμήλια, άμφια, χειρόγραφα, βιβλία, δυο μοναχολόγια από το 1832 και το 1835, έγγραφα αλληλογραφίας και συμβόλαια.

 

  • Η Μονή Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων.

Οικοδομήθηκε στον χώρο του ναού του Αγίου Παύλου που ανήκε στην οικογένεια των Μουρτάρων. Οι Μουρτάροι ήταν μια από τις 63 οικογένειες προσφύγων ευγενών που κατέφυγαν στην Κρήτη από την Κωνσταντινούπολη μετά το 1453. Ο Ιωάννης (Ιερεμίας) και ο Λουκάς (Λαυρέντιος) ήταν αδελφοί, από την οικογένεια των Τζαγκαρόλων, ευγενών βενετοκρητικής καταγωγής. Ο πρώτος κτήτορας της μονής ήταν ο Ιάκωβος Μουρτάρος ή Μουρτάτος, από τον οποίο εξαγόρασαν οι αδελφοί ευγενείς ιερομόναχοι, Ιερεμίας και Λαυρέντιος την περιοχή και γι’ αυτό η μονή αναφέρεται με διπλή ονομασία κτητόρων: Μουρτάρων ή Τζαγκαρόλων. Οι δύο ιερομόναχοι εκτός από τη σημαντική εργασία κατέβαλαν και χρηματικές δαπάνες για την ανοικοδόμησή της.

Ο Λουκάς έγινε μοναχός στη μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος με το όνομα Λαυρέντιος και έπεισε τον αδελφό του να τον ακολουθήσει στον μοναχισμό. Επέστρεψαν στην Κρήτη και εντάχθηκαν στη μονή του Γδερνέτου, όπου αναφέρεται ο Ιερεμίας το 1589 ως απλός μοναχός, μάλλον μαζί με τον Λαυρέντιο, αλλά έφυγαν δυσαρεστημένοι. Αναζητούσαν χώρο για ανοικοδόμηση μονής και, σύμφωνα με την παράδοση, ο ιερομόναχος Ιωσήφ ιδιοκτήτης της μονής του Αγίου Παύλου, τους δώρισε τη μονή του όταν έμαθε το σκοπό τους.

Με βάση τα αρχεία της Βενετίας στην τοποθεσία της μονής υπήρχε μοναστήρι που είχε κτίσει ο ιερομόναχος Ιωακείμ Σοφιανός γόνος Χανιώτικης οικογένειας με πολιτικά δικαιώματα, σε ιδιοκτησία των Μουρτάρων. Πέθανε το 1610 αφού τελείωσε μεγάλο μέρος του περιβόλου, αφήνοντας σημαντική περιουσία, αλλά όρισε στη διαθήκη του τα εισοδήματα να διανέμονται στους μοναχούς κατά τα πρότυπα της ιδιόρρυθμης διαβίωσης και άφησε τη διαχείριση σε λαϊκούς επιτρόπους. Άμεση συνέπεια ήταν η παραμέληση της περιουσίας της μονής, με αποτέλεσμα την παρακμή της και την εκτροπή της σε ιδιόρρυθμη. Γι’ αυτό οι κρατικοί επίτροποι των Χανίων το 1610, υπέβαλαν αίτηση στον Ρέκτορα για την οργάνωση της μονής και την ανάθεση της ηγουμενίας στον Ιερεμία, που ήταν μοναχός της Αγίας Κυριακής. Πράγματι ο Ρέκτορας Benetto Pesaro ανέθεσε τον Ιανουάριο του 1611 στον Ιερεμία την οργάνωση της μονής σε κοινόβιο. Ο Ιερεμίας πρότεινε να γίνει η Αγία Τριάδα κοινόβιο και του ανατέθηκε η ηγουμενία της για μια εξαετία.

Οι οικοδομικές εργασίες ξεκίνησαν αμέσως και το 1613 (επιγραφή στην οιναποθήκη), είχε προχωρήσει μεγάλο μέρος της οικοδομής. Είχαν κατασκευαστεί η στέρνα ανατολικά του περιβόλου, ισόγεια οικοδομήματα, τα κλάουστρα (τοξωτά διώροφα κελιά), το ηγουμενείο και είχε αρχίσει η ανοικοδόμηση του ναού. Αναφέρεται ότι ο Ιερεμίας μετέβη στη μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος για να αντιγράψει σχέδια για το καθολικὸ της μονής. Αρχικά ορίστηκε ξυλοφόρος (να μεταφέρει ξύλα για τους μοναχούς) και αντέγραψε κάποια σχέδια των οικοδομών. Ύστερα πήγε στη Λαύρα, ανέλαβε το ίδιο έργο και αντέγραφε σχέδια μυστικά. Από μια φιλονικία μεταξύ των πατέρων σε μια φράση της Γραφής, αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν κάποιος απλός μοναχός, αλλά του επέτρεψαν να αντιγράφει σχέδια.

Το 1621 η βενετική διοίκηση όρισε προσωρινά τον Ιερεμία να ηγουμενεύσει επιτροπικώς το Γδερνέτο. Ο Ιερεμίας πέθανε το 1634 στην Αγία Κυριακή Χαλέπας και ετάφη στην Αγία Τριάδα. Ο αδελφός του  Λαυρέντιος συνέχισε την οικοδόμηση των κτιριακών εγκαταστάσεων και την ανέγερση του Καθολικού. Στην απογραφή του 1637 αναφέρεται ως μονή και ναός του Αγίου Παύλου και δηλώθηκε από τον Λαυρέντιο, που ήταν τότε ηγούμενος.

Ο πυλώνας κατασκευάστηκε το 1634 και η πρόσοψη του Καθολικού φέρει επιγραφή 1636. Το οικοδόμημα για την εποχή, ήταν ασυνήθιστο και επιβλητικό, κτιζόταν συνεχώς επί μισό αιώνα και με προσπάθεια πολλών ανδρών, αρχόντων και ιερωμένων, λαϊκών και μοναχών. Το καθολικό όμως δεν ολοκληρώθηκε, αφού οι Τούρκοι κατέλαβαν τα Χανιά και γι’ αυτό κατασκευάστηκε ξύλινος τρούλος.

Τον Μάρτιο του 1654, ο Κρήτης Νεόφυτος Πατελλάρος παραχώρησε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωαννίκιο Β΄ έξι μοναστήρια της Κρήτης μεταξύ αυτών την Αγία Τριάδα των Μουρτάρων με τα μετόχια της κι έτσι ανακηρύχθηκε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή. Το 1753, ανακηρύχθηκε εκ νέου Πατριαρχικό Σταυροπήγιο, αλλά το 1764 ο Πατριάρχης Σαμουήλ παραχώρησε τις  Σταυροπηγιακές μονές στη μητρόπολη Κρήτης και το 1769 ο πατριάρχης Θεοδόσιος Β΄, επικύρωσε την παραχώρηση. Το 1778, ο Πατριάρχης Σωφρόνιος Β΄ αποφάσισε να επαναφέρει τις Σταυροπηγιακές μονές της Κρήτης στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου και η ολοκλήρωση του εγχειρήματος έγινε το 1797 επί Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Η μονή περιλαμβάνεται στον  κατάλογο του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1803 και τέλος το 1836 επικυρώθηκε το πατριαρχικό της καθεστώς.

Την πρώτη εκατονταετία της τουρκοκρατίας η μονή προόδευε, αν και αναγκάστηκε να πληρώσει αποζημιώσεις και τα δικαστικά έξοδα στη διένεξη που είχε με τη Λαύρα για την Αγία Μονή, μια διεκδίκηση που άρχισε πριν το 1645. Από τον 18ο αι. οι καταπιέσεις των γενιτσάρων, οι φόροι και τα χρέη την έφεραν σε πτώχευση. Γενικά τα προεπαναστατικά χρόνια η μονή και οι μοναχοί υπέφεραν τα πάνδεινα από τις απαιτήσεις και την εγκληματική συμπεριφορά των γενιτσάρων, όπως αναφέρει ο Δαμασκηνός Βερναδάκης, αυτόπτης των γεγονότων και συντάκτης του Κώδικα της μονής. Στα τέλη Ιουνίου 1821 οι Τούρκοι όρμησαν στο  Ακρωτήρι, οι μοναχοί διέφυγαν στα βουνά και οι Τούρκοι πυρπόλησαν και ερήμωσαν τη μονή. Κάηκε ο ξύλινος τρούλος, ένας εντυπωσιακός βενετσιάνικος πολυέλαιος με δικεφάλους και εμβλήματα του οίκου της Αυστρίας, αφιέρωμα ενός προξένου, το πλούσιο και επιχρυσωμένο τέμπλο και το κουβούκλιο της Αγίας Τράπεζας. Οι Τούρκοι κατέστρεψαν και άρπαξαν εικόνες, αφιερώματα, δυο αργυρά ευαγγέλια, σταυρούς, αργυρές καντήλες, λαμπαδοστάσια, δισκοπότηρα, θυμιατά, εγκόλπια, ράβδους, μίτρες, δικηροτρίκηρα, κειμήλια, κώδικες, βιβλία, μέρος του Αρχείου, την παλιά εικόνα των Εισοδίων της Τριμάρτυρης και βεβήλωσαν τους τάφους, το παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης και στο οστεοφυλάκιο. Η μονή ερημώθηκε και μόλις το 1827 με γραπτή άδεια του Μουσταφά πασά οι ιερομόναχοι Καλλιόπιος και Γρηγόριος, Ακρωτηριανοί στην καταγωγή, εγκαταστάθηκαν στη μονή. Διαπίστωσαν όμως ότι η κατοίκησή τους δεν ήταν ασφαλής, αφού Σελινιώτες Τούρκοι είχαν εγκατασταθεί στο Ακρωτήρι και νέμονταν κτήματα της μονής. Έτσι την εγκατέλειψαν και επανήλθαν με γραπτή άδεια (5-11-1830), μαζί με όσους μοναχούς επέζησαν από την επανάσταση. Ανέθεσαν τη διεύθυνση της μονής στον γέροντα Ιλαρίωνα Στρατηγάκη, επισκεύασαν τα οικήματα, η μονή έγινε κατοικήσιμη και στέγασαν τον τρούλο του καθολικού.

Το 1832-33 ιδρύθηκε στη μονή Ελληνικό σχολείο και το 1862 επίσης Ελληνικό σχολείο με διευθυντή το ιερομόναχο Ιερεμία Βερναδάκη και άλλο Ελληνικό σχολείο στα Χανιά με έξοδα της μονής, η οποία επιπλέον συντηρούσε σπουδαστές και χορηγούσε υποτροφίες. Η Αγία Τριάδα έδινε 30.150 γρόσια για τα σχολεία, από τα  60.000 γρόσια που έδιναν ετησίως οι τέσσερις μονές των Χανίων. Το 1892 ιδρύθηκε εδώ το Ιεροδιδασκαλείο για την εκπαίδευση Ιερέων και διδασκάλων, το οποίο μετεξελίχτηκε σε Ιερατική Σχολή το 1930.

Στην επανάσταση του 1866 πολλοί μοναχοί την εγκατέλειψαν, φοβούμενοι επιθέσεις των Τούρκων αν και η μονή προστατεύθηκε από τουρκική φρουρά και δεν υπέστη καμιά ζημιά. Το καλοκαίρι του 1889 στη μονή κατέφυγαν 2.000 χριστιανοί για να προστατευθούν. Στις 24-1-1897 οι επαναστάτες ύψωσαν στην Αγία Τριάδα την ελληνική σημαία. Στη διάρκεια της επανάστασης η μονή αποτελούσε ξενώνα, αποθήκη και νοσοκομείο των επαναστατών, και ήταν ο κύριος τροφοδότης του Επαναστατικού Στρατοπέδου Ακρωτηρίου. Ακόμη χορηγούσε τροφές στους Ακρωτηριανούς και στα περίπου 2.000 πεινασμένα γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει στα φαράγγια της περιοχής.

Με τον Νόμο 276/1900 η μονή χαρακτηρίστηκε ως διαλυτή. Ο επίσκοπος Νικηφόρος διέταξε τους μοναχούς να εγκατασταθούν έξω από τη μονή, για τη στέγαση του Ιεροδιδασκαλείου, εκείνοι όμως αρνήθηκαν προβάλλοντας το Σταυροπηγιακό χαρακτήρα της και ξεκίνησε διένεξη. Από τη μια πλευρά οι μοναχοί που υποστηρίχθηκαν από τις εφημερίδες και τους βουλευτές της δυτικής Κρήτης και από την άλλη ο επίσκοπος Νικηφόρος και ο Σύμβουλος Παιδείας και Δικαιοσύνης Α. Βορεάδης ζητούσαν την αποχώρηση των μοναχών. Οι εφημερίδες των Χανίων και οι βουλευτές της δυτικής Κρήτης υποστήριξαν τη διατήρησή της, επικαλούμενοι θρησκευτικούς, εθνικούς, ιστορικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς λόγους και τις μεταποιήσεις χώρων με δαπάνες των μοναχών για το ιεροδιδασκαλείο. Το ζήτημα απασχόλησε τη Σύνοδο της Κρήτης και το Πατριαρχείο, συντάχθηκαν πρακτικά και πλήθος έγγραφα, οι μοναχοί επέμεναν και η έριδα έληξε μετά την ανασύσταση των μονών με το Ν. 553/1903. Συνολικά η συμβολή της στο έθνος και στην παιδεία είναι εντυπωσιακή.

Ως κτίσμα είναι το εντυπωσιακότερο μοναστικό συγκρότημα των Χανίων. Είναι φρουριακού τύπου, σχηματίζει ένα μεγάλο τετράπλευρο και στο κέντρο της κυριαρχεί το εντυπωσιακό Καθολικό. Ο ναός είναι μονόχωρος, τρίκογχος, με τρούλο και πρόναο, και δυο μικρά παρεκκλήσια ενσωματωμένα, το νότιο των Ταξιαρχών, το βόρειο του Τιμίου Προδρόμου και άλλα δυο επάνω, το νότιο του Τιμίου Σταυρού και το βόρειο των Αγίων Αποστόλων που εγκαινιάστηκαν το 1863. Νοτιοανατολικά του ναού υπάρχει το παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης κτισμένο το 1612. Από τα σημαντικότερα δείγματα της Κρητικής αναγέννησης, η μονή συνδυάζει στοιχεία της Ορθόδοξης μοναστηριακής πρακτικής με δυτικές αρχιτεκτονικές μορφές και έτσι εκφράζεται η σύγκλιση της βυζαντινής τέχνης με τις αναγεννησιακές τάσεις. Χαρακτηριστικά της είναι η αυστηρή συμμετρία και η χρήση μορφών από την κλασική αρχαιότητα. Στην πρόσοψη εντυπωσιάζουν οι δωρικοί κίονες με επιγραφή στο υπέρθυρο δηλωτική της αφιέρωσης «ΕΙΣ ΘΕΟΣ ΕΝ ΤΡΙΣΙ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΝ». Στο θριγκό του ναού τα γράμματα ΒΓΥΘΤΠ και στην είσοδο επιγραφή αναφέρει τους κτήτορες Ιερεμία και Λαυρέντιο και το έτος «ΑΧΛΔ» (=1634).

Για την ανοικοδόμηση της μονής αφιέρωσαν μεγάλες εκτάσεις οι οικογένειες των Μουρτάρων και των Τζαγκαρόλων, ο ηγούμενος Ιωακείμ Σοφιανός, ιερομόναχοι και κτηματίες σε διάφορες περιοχές των Χανίων. Τα μετόχια της κατά καιρούς ήταν ο Άγιος Παύλος (σήμερα κατασκηνώσεις), ιδιοκτησία κάποιου ιερομόναχου επί Ιερεμία κτήτορος, ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων στον Παζινό που ανοικοδομήθηκε πριν το 1637, ο Άγιος Ονούφριος στα Κουνουπιδιανά, ο Άγιος Αντώνιος στον Βόθωνα, ο Άγιος Νικόλαος στο Φουρνόσχισμα, ο Άγιος Παντελεήμων στη Χαλέπα, η Αγία Μονή του Σαρακήνα στις Μουρνιές, ο Προφήτης Ηλίας Μουρνιών, ο Άγιος Γεώργιος στη Χαρωδιά, ο Άγιος Γεώργιος στο Καρύδι, η Αγιά Φωτεινή στα Τσικαλαριά, ο Άγιος Δημήτριος στις Στέρνες, η Κοίμηση της Θεοτόκου στον Μουζουρά, το Γενέσιο της Θεοτόκου στην Περβολίτσα, η Κοίμηση της Θεοτόκου στα Χωραφάκια, η Μεταμόρφωση στη Λαθήρα, ο Άγιος Γεώργιος στους Φεγγίτες Ακρωτηρίου, ο Άγιος Ιωάννης στο Σαμόλι και ακόμη μετόχια στα Τοπόλια και στο Κακοδίκι.

Στην οθωμανική απογραφή του 1670 ηγούμενος της Αγίας Τριάδος ήταν ο Διονύσιος Μαγγανάρης και είχε 18 μοναχούς. Ο Tournefort γράφει ότι άλλοτε είχε 100 μοναχούς, αλλά το 1700 μόνο 50, το 1778 είχε 12, το 1794 αναφέρονται πολλοί μοναχοί, πριν από το 1821 ήταν 50 μοναχοί και 13 διάκονοι, την περίοδο 1838-1866 περίπου 30 και στην απογραφή του 1881 είχε 22.

Στο μουσείο εκτίθενται τα κειμήλια που διασώθηκαν και είναι κυρίως εικόνες, άμφια, ιερά σκεύη, χειρόγραφα, παλαίτυπα βιβλία και επίσημα έγγραφα.

 

  • Το μετόχι του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος

Βρίσκεται στον οικισμό Γκαλαγκάδω (σήμερα Παζινός) και λειτούργησε ως μετόχι της Αγίας Τριάδος. Κατά μια εκδοχή περιήλθε στην Αγία Τριάδα μαζί με τα κτήματά του από δυο αδελφούς ευγενικής καταγωγής. Μια δεύτερη εκδοχή αναφέρει, ότι αγοράστηκε μαζί με κάποια κτήματα, επί ηγουμένου της Αγίας Τριάδας Γρηγορίου Α΄ Καραβάνου ή Καραμάνου μετά το 1658. Αργότερα κάποιος Τούρκος διοικητής, το κατάσχεσε βίαια και το πούλησε. Μετά το 1791 ο ηγούμενος της Αγίας Τριάδας Νίκανδρος Α΄, το αγόρασε και πάλι και ο μοναχός Γεδεών Γυπάκης, αγόρασε και του πρόσθεσε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσία του. Μετά το θάνατο του Νίκανδρου, οι συγγενείς του με δικαστικούς αγώνες επιχείρησαν να το οικειοποιηθούν αλλά δεν τα κατάφεραν, αφού περιήλθε στον Γεδεών που το δώρισε στη μονή.

Το συγκρότημα αποτελεί σπάνιο δείγμα στον Ελλαδικό χώρο της δυτικής μοναστηριακής αρχιτεκτονικής. Ο περίβολος είναι οχυρωματικός και στην κεντρική αυλή υπάρχουν τα κελιά με χωριστή είσοδο. Το καθολικό είναι μονόχωρο με οξυκόρυφη καμάρα, προσκολλημένο στη βόρεια πλευρά και γι’ αυτό εικάζεται ότι ίσως πρόκειται για το καθολικό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, που αναφέρεται στην απογραφή του 1637. Διαθέτει στη βόρεια πλευρά ένα μονόχωρο θολοσκεπές ελαιοτριβείο.

 

  • Η μονή Ζωοδόχου Πηγής ή Χρυσοπηγής του Χαρτοφύλακος

Κτίστηκε ως μικρή μονή το 1558, αλλά επανιδρύθηκε και ανακαινίστηκε μετά το 1608 από τον Ιωάννη Χαρτοφύλακα. Ο Ιωάννης αναφέρεται «δόκτωρ της Φιλοσοφίας και της Ιατρικής», ήταν γιος του Χριστοφόρου από τα Χανιά, καταγόταν από οικογένεια βυζαντινής προέλευσης με επώνυμο εξ οφικκίου από πρόγονο των μέσων του 14ου αι. Σπούδασε ιατρική και υπηρέτησε στο στρατιωτικό νοσοκομείο Χανίων το 1595, την εποχή της πανώλης (στην πόλη των Χανίων το 1581 πέθαναν από πανώλη 1700 άνθρωποι). Ο Ιωάννης αντιμετώπισε την επιδημία που έπληξε τα Χανιά με δωρεάν υπηρεσίες. Απέκτησε την Κρητική ευγένεια το 1604 και αναφέρεται μάρτυρας ή ανάδοχος σε γάμους και βαπτίσεις ευγενών, επομένως είχε υψηλή θέση στην κοινωνία και απολάμβανε γενική εκτίμηση από τον λαό και τους άρχοντες.

Με Διάταγμα του δόγη Leonardo Donà το 1611 έλαβε από τη βενετική κυβέρνηση, άδεια κατοχής, ανακαίνισης και προικοδότησης της μονής με αφιέρωση δικής του κτηματικής περιουσίας. Σε επιστολή του Ιωάννη προς τη Σύγκλητο της Βενετίας το 1608, αναφέρεται ότι το μοναστήρι είχε ανεγείρει η ευσέβεια των προγόνων του περίπου προ 50 ετών, άρα το 1558. Πράγματι στη Χρυσοπηγή πριν από το 1560 ανοικοδομήθηκε μονή και αγίασμα, όπου συνέρεε πλήθος λαού. Το 1584 σε επιστολή των μοναχών προς τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιο Πηγά αναφέρεται ως μονή. Η ανακαίνισή και η προικοδότησή της έγινε το 1611 από τα κτήματα του Ιωάννη, που πέθανε όμως από τα τέλη του 1611 μέχρι το φθινόπωρο του 1612. Μετά τον θάνατο του Ιωάννη οι μοναχοί εγκατέλειψαν τη Χρυσοπηγή, επειδή οι βενετοί ήθελαν την υπαγωγή της στο κοινοβιακό σύστημα και για κάποιο διάστημα η μονή διαλύθηκε. Η χρονολογία 27-10-1612, που εγκατέλειψε ο τελευταίος μοναχός τη Χρυσοπηγή μετά το θάνατο του Ιωάννη, υπάρχει στα ερείπια της Αγίας Κυριακής. Ο Γενικός προβλεπτής Κρήτης Zian Giacomo Zane σε επιστολή του στις 27-10-1612, αναφέρει στον Δόγη ότι, δυο μέρες μετά τον θάνατο του Ιωάννη οι μοναχοί εγκατέλειψαν τη Χρυσοπηγή για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις της κοινοβιακής ζωής.

Το 1637 όμως η μονή άκμαζε αφού είχε ηγούμενο το Νεόφυτο Σκορδύλη, γνωστό λόγιο, 24 μοναχούς από τους οποίους 8 ήταν ιερομόναχοι, αρκετή περιουσία, δυο ελαιοτριβεία και διέθετε οικία στα Χανιά για τους επισκεπτόμενους την πόλη μοναχούς για υποθέσεις της μονής. Το 1645 ο ηγούμενος Χρυσοπηγής Φιλόθεος Σκούφος με 34 μοναχούς της μονής πολέμησε ηρωικά στην άμυνα Χανίων. Ο Φιλόθεος σώθηκε με δυο μοναχούς και κατέφυγαν στο Χάνδακα. Χρησιμοποιήθηκε από τους Βενετούς να κατασκοπεύει τους Τούρκους και να στρατολογήσει άνδρες στον Χάνδακα και το 1653 εξελέγη εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Βενετίας. Το 1645 η μονή εγκαταλείφθηκε και υπάχθηκε στη μονή του Αγίου Ελευθερίου, Μουρνιών. Η υπαγωγή αυτή έδωσε την ευκαιρία στη Χρυσοπηγή να ανακάμψει και να ανακτήσει την παλιά της αίγλη.

Ο μητροπολίτης Κρήτης Νεόφυτος Πατελάρος παραχώρησε το 1654 μεταξύ άλλων και τη μονή της Ζωοδόχου Πηγής ή Χρυσοπηγής με τα μετόχια της στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να τις προστατεύσει από τις βλέψεις των κατακτητών κι έτσι ανακηρύχθηκε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή. Το 1681, η μονή του αγίου Ελευθερίου Μουρνιών προσέλαβε Σταυροπηγιακό χαρακτήρα και αμέσως ενώθηκε με τη Σταυροπηγιακή μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Η συνένωση έγινε με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Κρήτης Νικηφόρου Σκωτάκη, με συμφωνία των μοναχών. Το 1706  ο Πατριάρχης Γαβριήλ Γ΄ αναγνώρισε με σιγίλλιο το πατριαρχικό καθεστώς των μονών Ζωοδόχου Πηγής και Αγίου Ελευθερίου. Το 1744, με σιγίλλιο του Παϊσίου Β΄παραχωρήθηκε μαζί με τις άλλες Σταυροπηγιακές μονές της Κρήτης στον μητροπολίτη Κρήτης και το 1769 ο πατριάρχης Θεοδόσιος Β΄, επικύρωσε την παραχώρηση.

Το 1778, ο Πατριάρχης Σωφρόνιος Β΄ αποφάσισε να επαναφέρει τις Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές μονές της Κρήτης στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου. Η ολοκλήρωση του εγχειρήματος έγινε το 1797 επί Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, ο οποίος ανανέωσε το σιγίλλιο του Πατριάρχη Γαβριήλ Γ΄ του 1706, για την αναγνώριση του πατριαρχικού καθεστώτος των μονών Ζωοδόχου Πηγής και Αγίου Ελευθερίου. Η μονή περιλαμβάνεται στον  κατάλογο των μονών του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1803.

Παρά το σταυροπηγιακό προνόμιο και οι δυο μονές υπέστησαν καταπιέσεις, καταστροφές και ταπεινώσεις. Το Πάσχα του 1804 μετά τη Διπλανάσταση, έφιπποι γενίτσαροι κακοποίησαν και έσφαξαν τους μοναχούς και λεηλάτησαν τη Χρυσοπηγή. Αναφέρονται δυο ηγούμενοι που δολοφονήθηκαν πριν από το 1821, και μετά τις 19-6-1821 η Χρυσοπηγή και ο Άγιος Ελευθέριος πυρπολύθηκαν από τους Τούρκους, ενώ και τον Απρίλιο του 1822 οι Τούρκοι κατέστρεψαν περιουσίες της Χρυσοπηγής και του Αγίου Ελευθερίου.

Από τις προσωπικότητες με εθνική προσφορά ο ηγούμενος Ιερόθεος Καλογριδάκης, ήταν ο ανάδοχος του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1864. Διετέλεσε εφημέριος στα Χανιά κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1866 και με το ψευδώνυμο «Γέρω-Σταύρος» αποτέλεσε το μυστικό σύνδεσμο με τους επαναστάτες. Πρόεδρος της Δημογεροντίας Σφακίων, ηγήθηκε του επαναστατικού κομιτάτου Βάμου και ήταν από τους συντελεστές της προετοιμασίας της επανάστασης του 1878. Το 1869 η Χρυσοπηγή παραχώρησε κτήματα για την ανοικοδόμηση σχολείου στα Χανιά και το 1874 μετόχια υπέρ της εκπαίδευσης των Χανίων. Τον Ιούλιο του 1889 μουσουλμάνοι άτακτοι κατέστρεψαν περιουσίες της (σε Μουρνιές, Περβόλια, Κατσιφαριανά, Νεροκούρου). Πανικόβλητες οικογένειες κατέφυγαν στη Χρυσοπηγή και διασώθηκαν, αφού τη φρουρούσε στρατός μετά από αίτημα του ηγουμενοσυμβουλίου.

Τον Ιανουάριο του 1897 γυναικόπαιδα και 300 ένοπλοι που βρήκαν καταφύγιο στη μονή, έμειναν αποκλεισμένοι υπό την προστασία των προξένων, ώσπου τελικά απελευθερώθηκαν. Παρέμειναν στη μονή οι γεροντότεροι μοναχοί που υπέφεραν από τους Τούρκους, οι οποίοι αποχώρησαν αφού κατέστρεψαν περιουσίες.

Οι Γερμανοί το 1941 έδιωξαν τους μοναχούς, μετέτρεψαν τη Μονή σε διοικητήριο και προκάλεσαν φθορές στα κτίρια. Από τότε ακολούθησε περίοδος παρακμής και το 1976, μετατράπηκε σε γυναικεία και αναστηλώθηκε.

Η μονή είναι φρουριακού τύπου, σχηματίζει τετράπλευρο με χαμηλή κυρίως δόμηση. Το καθολικό είναι ναός μονόχωρος, τρίκογχος, με πανύψηλο τρούλο και τη θολωτή κόγχη του ιερού πλαισιώνουν δυο μικρότεροι τρούλοι στα πλαϊνά τμήματα. Δεξιά και αριστερά μετά το νάρθηκα υπάρχουν δυο παρεκκλήσια αφιερωμένα στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και την Αγία Αικατερίνη. Η πρόσοψη είναι απλή, αναγεννησιακή, με τέσσερις πεσσούς ενσωματωμένους στην οικοδομή και πάνω από την κεντρική είσοδο υψώνεται ανάλαφρο δίλοβο καμπαναριό.

Από τις πολλές πληροφορίες για τα περιουσιακά στοιχεία της Χρυσοπηγής συμπεραίνουμε ότι το 1637 είχε δυο μετόχια. Η συνένωση με τον Άγιο Ελευθέριο και το γεγονός ότι ήταν στην πεδιάδα των Χανίων, πιθανώς συνέτειναν στην αύξηση της περιουσίας της με αφιερώσεις. Αναφέρονται κατά εποχές τα εξής μετόχια: της Αγίας Κυριακής στο Βαρύπετρο, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στα Βελεδιανά, του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ στη θέση Πελεκάνος των Μουρνιών, η μονή της Ζωοδόχου Πηγής των μοναζουσών η λεγόμενη «Πτωχή», η Αγία Παρασκευή στη Γαρίπα, ο Άγιος Παύλος στον Βαντέ, η Αγία Τριάδα στον Κλαδισό και ο Άγιος  Κωνσταντίνος μεταξύ Φρε και Τζιτζιφέ.

Στην τουρκική απογραφή του 1670 είχε 17 μοναχούς, το 1860 είχε 18 μοναχούς και στις αρχές του 20ου αι. 15. Ακολούθησε φθίνουσα πορεία και λίγο πριν τη μετατροπή της σε γυναικεία είχε μόνο 3 μοναχούς.

Σήμερα στη Χρυσοπηγή λειτουργούν Εκκλησιαστικό και Λαογραφικό Μουσείο. Στο Εκκλησιαστικό Μουσείο όπου φυλάσσονται κειμήλια (εικόνες, ιερά σκεύη, δείγματα εκκλησιαστικής χρυσοκεντητικής,  σταυροί, βιβλία και ξυλόγλυπτα). Το Λαογραφικό Μουσείο περιλαμβάνει κεντήματα λαϊκής τέχνης, παραδοσιακές στολές, ξυλόγλυπτα, φωτογραφίες, πίνακες, παραδοσιακά γεωργικά εργαλεία κλπ.

Το αρχείο της μονής διαθέτει τον κώδικα «ΚΩΔΙΞ τάδε Σεβασμίας Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής της Θείας και Ζωοδόχου Πηγής του Χαρτοφύλακος … ΑΩΜΓ ιουλ λα΄», το «Μοναχολόγιον … μεταγραφέν τη 1822 Ιουλίου 26» και το χειρόγραφο «Διάφορα πάθη της Κρήτης Ιεροθέου προηγουμένου καλογρηδάκη» που περιέχει πολύτιμες πληροφορίες από το 1858 μέχρι το 1897.

 

  • Το μετόχι της Αγίας Κυριακής στο Βαρύπετρο

Αναφέρεται ότι στην απογραφή του 1637 ανήκει στη Χρυσοπηγή και ίσως ήταν παλιά μονή που προσαρτήθηκε. Στην επανάσταση του ‘21 ήταν ορμητήριο των επαναστατών. Η περιοχή παρείχε τη δυνατότητα εύκολης διαφυγής στα βουνά και άμεσης πρόσβασης στον κάμπο των Χανίων. Από την άλλη οι Τούρκοι για να φτάσουν στο Θέρισο, έπρεπε να αποφύγουν το επικίνδυνο φαράγγι περνώνας από την περιοχή της Αγίας Κυριακής. Κυρίως οι Βασίλειος και Ιωάννης Χάλης και ο παπά Γρηγόρης Δαμινός, στην Αγία Κυριακή αμύνθηκαν στις 23-6-1821. Επίσης το 1824, στον κλεφτοπόλεμο κατά του Χουσεΐν πασά, ήταν ορμητήριο των επαναστατών. Ακόμη τον Οκτώβριο του 1826, από τη Γραμβούσα οι επαναστάτες με επιδρομή έφτασαν στην Αγιά Κυριακή και από το Καστέλλι της Αγίας Κυριακής κάλεσαν τους Ριζίτες για αναζωπύρωση της επανάστασης. Το 1830 η μονή είχε ερημωθεί, αλλά έμεναν σ’ αυτήν ένας ηγούμενος και πέντε μοναχοί.

Τον Μάιο του 1866 συγκεντρώθηκαν 12 χιλιάδες Κρήτες διαμαρτυρόμενοι και οι πληρεξούσιοι από όλη την Κρήτη και συνέταξαν Αναφορά προς τον σουλτάνο τις Μ. Δυνάμεις και τις ΗΠΑ, την οποία επέδωσαν στις 15 Μαΐου. Οι πληρεξούσιοι την επόμενη μέρα συνήλθαν στο ελαιοτριβείο, ορκίστηκαν μυστικότητα, διαβάστηκε το λεγόμενο Μυστικό υπόμνημα και, μετά από 8ωρες συζητήσεις και διαφωνίες, υπογράφηκε. Η μονή βεβηλώθηκε από τον τουρκικό στρατό μετά τις 21-7-1866, όπως και στις 16-7-1889 από άτακτους Τούρκους. Επιστάτης στο μετόχι της Αγίας Κυριακής διετέλεσε ο ηγούμενος της Χρυσοπηγής Ιερόθεος Καλογριδάκης.

Ως κτίσμα σχηματίζει ένα τετράπλευρο φρουριακό συγκρότημα και στο κέντρο του υπάρχει ο μικρός μονόκλιτος ναός της Μεταμόρφωσης του Χριστού που εορτάζει και της Αγίας Κυριακής. Στη δυτική πλευρά κυριαρχούσε το παλιό ελαιοτριβείο του 16ου αι., που έχει μετασκευαστεί σε τράπεζα. Σήμερα η μονή στεγάζει το Κέντρο Ορθοδοξίας και Οικολογίας της Χρυσοπηγής και στους χώρους της πραγματοποιούνται εκπαιδευτικά περιβαλλοντικά προγράμματα. Γύρω από το παλιό κεντρικό κτίριο στο φαράγγι υπάρχουν τα σπηλαιώδη παρεκκλήσια του Αγίου Αντωνίου, των Αγίων Επτά Παίδων, του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου και των Αγίων Κρητών Νεομάρτυρων.

 

  • Το μετόχι του Αγίου Ελευθερίου στις Μουρνιές

Ανοικοδομήθηκε τον 17ο αι. ως ανεξάρτητη μονή. Οι μονές Αγίου Ελευθερίου, Ζωοδόχου Πηγής και Αρχιστρατήγου Μιχαήλ στις Μουρνιές είχαν κοινό ιδιοκτήτη. Η μονή του Αγίου Ελευθερίου ιδιοκτησίας του «Manoli Messarglio» δηλώθηκε το 1637 από τον «Geromonaco Eftimio Suridi» εκπρόσωπο του Αγίου Ελευθερίου. Το 1670 ο Άγιος Ελευθέριος είχε 2 μοναχούς.

Το 1645 η μονή της Χρυσοπηγής εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς και υπάχθηκε στη μονή του Αγίου Ελευθερίου. Το 1681, η μονή του Αγίου Ελευθερίου προσέλαβε Σταυροπηγιακό χαρακτήρα και με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Κρήτης Νικηφόρου Σκωτάκη, σε συμφωνία με τους μοναχούς, ενώθηκε με τη Σταυροπηγιακή μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Το 1706 ο Πατριάρχης Γαβριήλ Γ΄ αναγνώρισε με σιγίλλιο το πατριαρχικό καθεστώς των μονών Χρυσοπηγής και Αγίου Ελευθερίου. Το 1744, με σιγίλλιο του Παϊσίου Β παραχωρήθηκε μαζί με τις άλλες Σταυροπηγιακές μονές της Κρήτης στον μητροπολίτη Κρήτης και το 1769, ο πατριάρχης Θεοδόσιος Β΄, επικύρωσε την παραχώρηση.

Το 1778, ο Πατριάρχης Σωφρόνιος Β΄ αποφάσισε να επαναφέρει τις Σταυροπηγιακές μονές της Κρήτης στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου. Η ολοκλήρωση του εγχειρήματος έγινε το 1797 επί Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, ο οποίος ανανέωσε το σιγίλλιο του 1706 για την αναγνώριση του πατριαρχικού καθεστώτος των μονών Ζωοδόχου Πηγής και Αγίου Ελευθερίου.

Ως ανεξάρτητη μονή είχε μεγάλη περιουσία και ελαιοτριβείο, η κατασκευή του οποίου ανάγεται στο 1678 σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή πάνω από την κύρια είσοδο. Η ανέγερση των κτισμάτων της μονής πρέπει να έγινε τον 18ο αι. και, σύμφωνα με την επιγραφή της εισόδου, το 1850 το κτίριο ανακαινίστηκε και προστέθηκαν δωμάτια.

Στο κέντρο του χώρου υπάρχει το καθολικό, ναός επιμήκης, μονόχωρος, τρίκογχος, με τρούλο και με προέκταση δυτικά του κυρίως ναού που καταλήγει σε εξώστη με καμάρες ή αίθριο. Το δυτικότερο τμήμα είναι πολύ παλιότερο, ίσως του 10ου αι., δεν αλλοιώθηκε από τις επεμβάσεις του 19ου αιώνα και ακολουθεί τη βενετσιάνικη αρχιτεκτονική. Το 1864 στο καθολικό του βαπτίστηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος από τον ιερομόναχο Ιερόθεο Καλογριδάκη, ο οποίος ονόμαζε συνήθως τα παιδιά που βάπτιζε με το όνομα «Ελευθέριος», ελπίζοντας ότι κάποιο θα ελευθερώσει την Κρήτη.

Σήμερα η μονή είναι ερειπωμένη, αλλά έχει κριθεί διατηρητέο μνημείο. Ο εξοπλισμός του ελαιοτριβείου διασώζεται σχεδόν ακέραιος: διαθέτει δυο ελαιόμυλους με τρεις ανισομεγέθεις μυλόπετρες ο καθένας και δυο πιεστήρια.

 

  • Η Μονή Αγίου Γεωργίου στη Χαρωδιά

H Χαρωδιά είναι κτισμένη τον 16ο αι., μάλλον από κάποιο εύπορο ευγενή. Αναφέρεται ότι πριν από το 1700 κατείχε ως περιουσία τη Χαρωδιά και τα κτήματά της κάποιος ιερέας. Ο γιος του ονόματι Άνθιμος ήταν ιερομόναχος στην Αγία Τριάδα των Τζαγκαρόλων. Μετά το θάνατο του πατέρα του, αφιέρωσε τη μονή και την περιουσία της στην Αγία Τριάδα και έφυγε στη μητρόπολη Τυρνόβου, όπου υπηρέτησε ως αρχιμανδρίτης και εξελέγη μητροπολίτης Τυρνόβου πρίν το 1744 και ίσως έμεινε μέχρι το 1765. Το Τύρνοβο (Veliko Tarnovo), ήταν το ιστορικό κέντρο της μεσαιωνικής Βουλγαρίας, πρωτεύουσα της β΄ βουλγάρικης αυτοκρατορίας με σημαντική πολιτιστική επιρροή στην ανατολική Ευρώπη. Υπαγόταν εκκλησιαστικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και αργότερα ήταν η πρώτη έδρα της ανεξάρτητης βουλγαρικής Εκκλησίας.

Σε προχωρημένη ηλικία ο Άνθιμος, επέστρεψε στη Κρήτη για να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του. Στο μεταξύ η Αγία Τριάδα πούλησε τη Χαρωδιά στους Σιναΐτες, για να αποπληρώσει τις αποζημιώσεις και τα δικαστικά έξοδα στη διένεξη που είχε με τη Λαύρα για την Αγία Μονή. Ο Άνθιμος πήγε στην Αγία Τριάδα, αλλά βρέθηκε ανάμεσα σε αδελφότητα άγνωστη σ’ αυτόν. Εξέφρασε την επιθυμία να εγκατασταθεί στη Χαρωδιά και ζήτησε μετά το θάνατό του να ταφεί στο νάρθηκα της Αγίας Τριάδος. Οι μοναχοί τον ενημέρωσαν ότι η Χαρωδιά είχε πουληθεί, αλλά με γραπτή συμφωνία να αγοραστεί πάλι στην ίδια τιμή, όταν ευπορήσει η μονή. Ο Άνθιμος εξαγόρασε τη Χαρωδιά έναντι 40 χιλιάδων γροσίων και τη δώρισε πάλι στην Αγία Τριάδα με φρικτό αφορισμό να μην πουληθεί ποτέ. Ο Άνθιμος πέθανε στη Χαρωδιά, η σορός του μεταφέρθηκε στην Αγία Τριάδα και ο τάφος του βρίσκεται έξω από τη νότια έξοδο του νάρθηκα της Αγίας Τριάδος, στο δάπεδο χωρίς επιγραφή.

Η μονή είχε καθιερώσει να προικίζει μια άπορη κοπέλα από την περιοχή με γη και σπίτι. Όταν κάποτε προίκισε μια κοπέλα από το χωριό Πορί, εκείνη πούλησε τη γη σε οθωμανό. Η μονή υπέφερε τα πάνδεινα και η περιουσία της ακρωτηριάστηκε από τον οθωμανό.

Η Χαρωδιά είχε ελαιοτριβείο, το οποίο αγόρασε μαζί με το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Μετόχια της μονής αναφέρονται στις Μουρνιές οι ναοί των Αγίων Δέκα μαρτύρων (σε σπηλιά), του Αγίου Αντωνίου (σε σπηλιά) νότια της μονής και η μονή του Προφήτη Ηλία.

Στην επανάσταση του 1858 διέμενε στη Χαρωδιά ο Γρηγόριος Παπαδοπετράκης και προσπάθησε να τον δωροδοκήσει ο Βελή πασάς, για να κατευνάσει τους επαναστάτες, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Η μονή κατείχε τότε αρκετή εύφορη περιουσία (950 ελιές και ένα περιβόλι με δική του πηγή).

Σήμερα σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση ο ναός του Αγίου Γεωργίου, μονόχωρος, με δίλοβο καμπαναριό και λίγα κελιά, αλλά οι περισσότεροι χώροι είναι ερειπωμένοι.

 

  • Η μονή του Τιμίου Προδρόμου Κορακιών

Η γυναικεία μονή του Τιμίου Προδρόμου στις Κορακιές ή μονή Καλογραιών, είναι άγνωστο πότε ιδρύθηκε. Υπήρχε το 1595, αλλά δεν περιλαμβάνεται στην απογραφή του 1637, ενώ είναι γνωστό ότι λειτουργούσε το 1645. Αναφέρεται ως συνέχεια της γυναικείας μονής του Αγίου Ματθαίου στα Φρούδια, που ήταν μια από τις δυο γυναικείες μονές της Κρήτης επί βενετοκρατίας. Φαίνεται όμως ότι για μισό αιώνα υπήρχαν παράλληλα και οι δυο, ίσως η μια ως μετόχι της άλλης. Η μονή του Αγίου Ματθαίου λέγεται ότι είχε ιδρυθεί από βυζαντινό αυτοκράτορα και ήταν κοντά στην  Αγία Κυριακή στα Βλυχάδια. Οι πειρατικές επιδρομές όμως ανάγκασαν τις μοναχές να μετακινηθούν στο λόφο του Αγίου Ματθαίου, όπου έκτισαν νέα οικοδομήματα. Η μονή στον Άγιο Ματθαίο είχε 100 μοναχές, αλλά καταστράφηκε μάλλον το 1645.

Στα τέλη Ιουνίου του 1821 οι Τούρκοι εξόρμησαν στο Ακρωτήρι, κατέστρεψαν τη μονή Κορακιών, ατίμασαν και σκότωσαν τις μοναχές. Τα κτήματά της τα παρέλαβε το Γουβερνέτο και τα συμπεριέλαβε στον κώδικά του. Το 1840 τρεις μοναχές ανήγειραν τον ναό και λίγα κελιά με δικές τους δαπάνες και αργότερα πρόσθεσαν κι άλλα. Οι μοναχές συντηρούνταν από την Επισκοπή και από το Γουβερνέτο, το οποίο όμως δεν επέστρεψε τα κτήματα στις Κορακιές. Το 1866 κατέφυγαν στους Λάκκους δυο μοναχές από τις Κορακιές, η Καταφυγή Σηφοπούλα και η Χριστονύμφη Κατοπούλα, που ακολουθούσαν τους επαναστάτες και προσέφεραν σημαντικές υπηρεσίες στον αγώνα. Επέστρεψαν στη μονή μετά τη λήξη της επανάστασης με άδεια του επισκόπου Κυδωνίας Γαβριήλ.

Το 1880 υπήρχαν 20 μοναχές και το 1888 κτίστηκε ο περίβολος και ο ξενώνας. Στην επανάσταση του 1897 οι Κορακιές συνέβαλαν στη διατήρηση του Επαναστατικού στρατοπέδου Ακρωτηρίου. Στις 24-1-1897 οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό Κορακιές, αλλά οι χριστιανοί τους απέτρεψαν να πυρπολήσουν τη μονή. Η μονή εκκενώθηκε, έγινε έδρα του στρατοπέδου, κέντρο της επαναστατικής δράσης και στρατώνας. Οι μοναχές κατέφυγαν στην Αγία Τριάδα, υπηρέτησαν στο εκεί νοσοκομείο και στην τροφοδοσία του στρατοπέδου, μεταφέροντας τρόφιμα και πολεμοφόδια στον Προφήτη Ηλία. Στη μονή εκκλησιαζόταν το στρατόπεδο, έγιναν οι κυριότερες λατρευτικές εκδηλώσεις και στους χώρους της θάφτηκαν πολλοί από τους νεκρούς των μαχών. Στις 2 Φεβρουαρίου και στις 22 Μαρτίου 1897 έγιναν επιθέσεις των Τούρκων στις Κορακιές χωρίς αποτέλεσμα και στις 25 Μαρτίου γιορτάστηκε πανηγυρικά, για πρώτη φορά σε ελεύθερο τμήμα της Κρήτης, η εθνική επέτειος και ο Χρύσανθος Τσεπετάκης εκφώνησε ένα σπουδαίο πανηγυρικό. Οι μοναχές επανήλθαν στη μονή τον Αύγουστο 1897, όταν υπήρχε ασφάλεια στην περιοχή. Σε σημειώματα του Επαναστατικού Στρατοπέδου αναφέρεται τροφοδοσία του και από τη μονή Κορακιών. Το καθολικό της είναι δίκλιτο και κτίστηκε το 1840 και είναι αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και στον Άγιο Γεώργιο.

 

  • Η Μονή Αγίου Γεωργίου στο Καρύδι

Ένα από τα 48 χωριά της Καστελλανίας Αποκορώνου αναφέρεται το Καρύδι Άγιος Γεώργιος. Ήταν ένας μικρός οικισμός, νότια του Βάμου και σε μικρή απόσταση από τη σημερινή μονή του Αγίου Γεωργίου, στην περιοχή που ονομάζεται και σήμερα Καρύδι, και θα πρέπει να ταυτιστεί με τα θεμέλια και το κοιμητήριο που ήρθαν στο φως πριν από μερικά χρόνια. Τις πρώτες πληροφορίες για τον οικισμό βρίσκομε στο Francesco Barozzi το 1577 και στην απογραφή του 1637 δηλώθηκε από τον «papa Giorgila Clada» ο ναός του Αγίου Γεωργίου του οικισμού.

Πριν από τις 1-9-1782 αναφέρεται ότι ο ηγούμενος της Αγίας Τριάδας Παρθένιος Α΄, με δικά του έξοδα αγόρασε το μετόχι Καρύδι. Σύμφωνα με παραδόσεις που ανάγονται στην τουρκοκρατία, ο οικισμός διαλύθηκε όταν οι Τούρκοι ανάγκασαν τους κατοίκους του να τον εγκαταλείψουν ή να αλλαξοπιστήσουν. Ο ιερέας του χωριού για να αποφύγει τους φόρους και τη μετατροπή της εκκλησίας σε τζαμί, την αφιέρωσε μαζί με την περιουσία της στη μονή της Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων. Το Καρύδι έγινε το πλουσιότερο και σημαντικότερο μετόχι της Αγίας Τριάδος και τη σπουδαιότητά του δείχνουν οι δωρεές και κυρίως οι επανειλημμένες αγορές κτημάτων τον 19ο αι. (1815-1830-1838-1848-1853-1854).

Πριν από το 1858 με φροντίδα του ηγουμένου της Αγίας Τριάδος Γεράσιμου Στρατηγάκη, έγινε η μεγάλη δεξαμενή και άρχισε η οικοδομή του ελαιοτριβείου σε σχέδια του ίδιου του ηγουμένου, σύμφωνα με επιγραφή. Το 1863 ολοκληρώθηκε το ελαιοτριβείο, ένα επίμηκες κτίσμα, η στέγη του οποίου στηριζόταν σε δώδεκα καμάρες, με τέσσερις ελαιόμυλους που ο καθένας είχε τέσσερις μυλόπετρες (σήμερα σώζονται μόνο οι βάσεις και λίγες μυλόπετρες). Το ελαιοτριβείο είναι μοναδικό στην Κρήτη και μαζί με τις αποθήκες, τα κελιά και τους άλλους χώρους, μαρτυρεί μεγάλη παραγωγή λαδιού. Μετά το 1860 νοικιάστηκαν τα κτήματά του προς 142.000 γρόσια για μια τετραετία και αγοράστηκαν σπίτια και 556 ελαιόδενδρα, και κατασκευάστηκε μια μεγάλη δεξαμενή. Τις παραμονές όμως του 1866, συγκλόνισε τη μονή το ζήτημα των χρεών και η φυλάκιση του Μισαήλ Παπαδογιωργάκη που ήταν οικονόμος στο Καρύδι. Με κακόβουλη διαχείριση και απείθεια προκάλεσε την επέμβαση των δικαστηρίων και του Ισμαήλ πασά. Στις 10 Οκτωβρίου 1866, λίγο πριν την επίθεση των Τούρκων στον Βαφέ, ένα σώμα τουρκικού στρατού πυρπόλησε το Καρύδι και στις 1-7-1868 οι Τούρκοι σε αντίποινα για τις επιθέσεις των επαναστατών στον Αποκόρωνα πυρπόλησαν πάλι τη μονή. Τέλος, τον Φεβρουάριο του 1878 οι επαναστάτες απέτρεψαν σχέδιο των Τούρκων να λεηλατήσουν το μοναστήρι, να αρπάξουν τα ζώα και να σκοτώσουν τον μοναχό – οικονόμο Γεράσιμο Σφακιωτάκη.

Το 1900 η μονή εγκαταλείφθηκε και το 1905 η περιουσία της νοικιάστηκε σε αγρότες της περιοχής. Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της, δόθηκε στο Εφεδρικό Ταμείο το 1922 και μοιράστηκε σε έφεδρους των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής εκστρατείας. Από τότε η μονή ήταν έρημη και η περιουσία της είχε καταπατηθεί. Η φθίνουσα πορεία της ανακόπηκε το 1989, όταν άρχισε η αναστήλωσή της από την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Χανίων. Σήμερα έχουν αναστηλωθεί αρκετά κτίσματα και έχει διαμορφωθεί μεγάλο μέρος του εξωτερικού χώρου. Το 1996 η Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης προχώρησε στον χαρακτηρισμό της μονής ως ανεξάρτητης.

Ο καθολικό του Αγίου Γεωργίου, απλό, μονόχωρο, με δίλοβο καμπαναριό, είναι κτισμένο με πελεκητές πέτρες στο κέντρο μιας βοτσαλωτής αυλής περίπου το 1850. Οι εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και του Αγίου Γεωργίου είναι της δεκαετίας του 1880.

Χωριστή ενότητα από τη μονή είναι η βενετσιάνικη έπαυλη με συνεχόμενο ελαιοτριβείο, που κτίσθηκε στα τέλη του 16ου με αρχές 17ου αι. Βόρεια της έπαυλης αποκαλύφθηκαν τάφοι και βορειοδυτικά τα ερείπια του παλιού χωριού Καρύδι. Ανάμεσα στη μονή και την έπαυλη υπάρχουν τα θεμέλια μικρής εκκλησίας της Αγίας Τριάδος.

 

  • Το μετόχι της Αγίας Μονής του Σαρακήνα στις Μουρνιές

Ανοικοδομήθηκε μετά την ανάκτηση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς και πριν το 1000. Η πρώτη αναφορά στη μονή υπάρχει σε διαθήκη του 1542. Το 1637 δηλώθηκε από τον «geromonaco Matteo Scordili» και είχε οκτώ μοναχούς.

Γενικά οι πληροφορίες για την Αγία Μονή είναι περίεργες και αντιφατικές. Σχετικά με τον τρόπο που την απέκτησε η μονή της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους και τη σχέση με την Αγία Τριάδα, συνάντησα τις εξής εκδοχές:

Πριν από το 1645 η Αγία Μονή ήταν ιδιοκτησία της οικογένειας Βιτάλη, που είχε ορίσει επίτροπο τον Μιχαήλ Σκανδάλη. Κατά τη διάρκεια του Κρητικού πολέμου ο Σκανδάλης την παραχώρησε στην Αγία Τριάδα, φοβούμενος ίσως την καταπάτησή της από τους κατακτητές. Μετά την κατάκτηση των Χανίων από τους Τούρκους η μονή δημεύτηκε από κάποιον αγά. Ο Σκανδάλης τότε ξεκίνησε δικαστικό αγώνα, κέρδισε τη μονή και τη δώρισε το 1656 στην Αγία Λαύρα. Η Αγία Τριάδα αμφισβήτησε την αφιέρωση και παρά την επέμβαση του Πατριάρχη, η Αγία Τριάδα τη δήλωσε ως μετόχι της  στην οθωμανική απογραφή του 1670/1. Οι δυο μονές ενεπλάκησαν σε δικαστικούς αγώνες στο οθωμανικό ιεροδικείο, αλλά τελικά συμφώνησαν το 1687 να έλθουν σε συμβιβασμό και να επιστραφεί το μετόχι στη Λαύρα. Με τη λήξη της διαμάχης η Αγία Μονή κατοχυρώθηκε οριστικά στη Λαύρα, ενώ η Αγία Τριάδα υποχρεώθηκε σε αποζημιώσεις για την εκμετάλλευση των περιουσιακών στοιχείων της.

Μια δεύτερη εκδοχή βρίσκουμε σε έγγραφο στο Αρχείο Λαύρας που αναφέρει ότι η Αγία Μονή ανήκε σε τρεις ιδιοκτήτες. Το 1579 οι δυο από τους τρεις τη δώρισαν στη Λαύρα ενώ ο τρίτος μη γνωρίζοντας δώρισε το μερίδιό του σε Βιτάληδες που αυθαίρετα έγιναν κάτοχοι όλης της μονής. Το γεγονός έγινε αιτία για 30 χρόνια διενέξεων μεταξύ των δύο μονών.

Η τρίτη εκδοχή αναφέρει ότι η Αγία Μονή ανήκε σε κάποιο γέροντα από τις Μουρνιές, που την αφιέρωσε μαζί με την περιουσία του στην Αγία Τριάδα των Τζαγκαρόλων με αντάλλαγμα η μονή να τον γηροκομήσει. Η Αγία Τριάδα ήταν κοινόβιο και δεν επιτρεπόταν να μαγειρεύει κάποιος ιδιωτικά. Ο γέροντας μαγείρευε κρέας σε περίοδο νηστείας και διαπληκτίστηκε με τον ηγούμενο ο οποίος τον προσέβαλε και κλώτσησε τη χύτρα, θεωρώντας ότι σκανδάλιζε τους μοναχούς και τους εργάτες που διέμεναν στη μονή. Ο γέροντας αποφάσισε να φύγει από την Αγία Τριάδα και ορκίστηκε μπροστά στους μοναχούς ότι θα αφιερώσει τη μονή στον πρώτο μοναχό που θα συναντήσει. Πράγματι συνάντησε ένα αγιορείτη της Αγίας Λαύρας που είχε έρθει στην Κρήτη για ελεημοσύνες και αφιέρωσε την Αγία Μονή στη Λαύρα. Ο μοναχός παρέλαβε τα κτήματα και έδιωξε τους Αγιοτριαδίτες. Μετά τον θάνατο του γέροντα, άρχισε φιλονικία της Αγίας Τριάδος με τη Λαύρα, αφού η Αγία Τριάδα ισχυριζόταν ότι η Αγία Μονή τής ανήκει επειδή πρωτοαφιερώθηκε σ’ αυτήν. Η Λαύρα προσέφυγε στο Πατριαρχείο, η διένεξη έφτασε στα δικαστήρια και μετά από πολύχρονο δικαστικό αγώνα η Λαύρα κέρδισε και κατέστησε μετόχι την Αγία Μονή με Πατριαρχικό Γράμμα το 1659. Η Αγία Τριάδα για να πληρώσει τις αποζημιώσεις και τα δικαστικά έξοδα, αναγκάστηκε να πουλήσει το μετόχι της Χαρωδιάς.

Ο μητροπολίτης Κρήτης Νεόφυτος Πατελλάρος κλήθηκε να συνεργασθεί με τους αγιορείτες μοναχούς της Αγίας Μονής που υπαγόταν στην πνευματική και διοικητική δικαιοδοσία της μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Απευθύνθηκε στο Πατριαρχείο από το οποίο ενημερώθηκε με Πατριαρχικό Γράμμα ότι το συγκεκριμένο μετόχι παραμένει στην εξουσία, στη διοίκηση και στη δεσποτεία της μονής Μεγίστης Λαύρας και είναι απαλλαγμένο από οποιαδήποτε εκκλησιαστική και φορολογική υποχρέωση προς τη μητρόπολη Κρήτης. Καθήκον των πατέρων του μετοχίου ήταν η μνημόνευση του ονόματος του Πατριάρχη στις ιερές ακολουθίες ώστε να δηλώνεται η αδιάρρηκτη πνευματική σύνδεση με τον Οικουμενικό Θρόνο.

Σημείωμα του 1720 γράφει ήταν μετόχι της Λαύρας και το 1645 παραδόθηκε στην Αγία Τριάδα. Σε άλλο σημείωμα της Αγίας Μονής του 1729, αναφέρεται ότι ο παπά Αντώνιος από την Τήνο και ο παπά Μελχισεδέκ των Μολιμπάρων (Μουρτάροι) κουρά της Λαύρας, έκτιζαν στον κάβο Μελέχα την Αγία Τριάδα το 1650. Ίσως υπήρχε σχέση της Αγίας Τριάδος με τη Λαύρα και γι’ αυτό μόνασε ο Ιερεμίας Τζαγκαρόλος στην μονή Λαύρας στο Άγιο Όρος και επίσης να τοποθετήθηκε ο Μελχισεδέκ Μουρτάρος, που ήταν μοναχός της Αγίας Τριάδος, στην Αγία Μονή. Ο Μεχλισεδέκ πάντως πέθανε πολύ πριν το 1645 ενώ οι Μουρτάροι ήταν αφιερωτές κτημάτων.

Η Αγία Μονή υπέστη αλλεπάλληλες καταστροφές κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων του 19ου αι., ιδίως στην περιουσία της και καταστράφηκε ολοκληρωτικά το 1896, όταν οι Τούρκοι κατεδάφισαν μεγάλο μέρος της, όπως και την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Στις 2-11-1905 μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις μεταξύ των επαναστατών του Θερίσου υπό την ηγεσία του Ελευθερίου Βενιζέλου και των Μεγάλων Δυνάμεων, υπογράφηκε στην Αγία Μονή μια σημαντική συμφωνία. Εξασφαλίστηκε αμνηστία για τους επαναστάτες και οι Μ. Δυνάμεις δεσμεύτηκαν να επεξεργαστούν χάρτη παραχωρήσεων, γεγονός που αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα προς την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Το συγκρότημα της μονής είναι παραλληλόγραμμο, σχετικά μικρό και τα κτίσματα είναι στη δυτική και στη βόρεια πλευρά. Το  καθολικό αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είναι στο κέντρο του χώρου, απλό, μονόχωρο, κεραμοσκέπαστο με μικρό εξώστη δυτικά. Είχε κτισθεί τον 16ο αι., αλλά όπως μας πληροφορεί επιγραφή πάνω από την είσοδο, γκρεμίστηκε στις 30-9-1856 από σεισμό και ανακαινίσθηκε το 1860.

Εξάρτημα της Αγίας Μονής είναι ο ναός της Υπαπαντής που βρίσκεται νότια από το κοιμητήριο των Μουρνιών. Ο ναός είναι απλός μονόχωρος, προσκολλημένος σε κτίσματα χωρίς να υπάρχει κάποια πληροφορία για την εποχή που κτίσθηκαν.

 

  • Το Σιναϊτικό μετόχι της Αγίας Τριάδος των Κήπων

Η Αγία Τριάδα των Κήπων μαρτυρείται από τη β΄ Βυζαντινή περίοδο (961-1204). Η μονή αναφέρεται στην απογραφή του 1637, όταν τη δήλωσε ο ιερομόναχος οικονόμος Νεκτάριος Ρώσσης, χωρίς να αναφέρει μοναχούς παρά μόνο λίγα περιουσιακά στοιχεία. Στην οθωμανική απογραφή του 1670 τη δήλωσε ο οικονόμος Μακάριος Ραμογιάννης και είχε 3 μοναχούς. Επιγραφή στον δυτικό τοίχο του περιβόλου, μαρτυρεί ανακαίνιση «ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΧΜΓ» (=1643). Δυο επιγραφές προδίδουν επεμβάσεις, η πρώτη στα κτίσματα της δυτικής  πτέρυγας «Α+Κ ΕΤΕΛΗΟΘΗ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΜΑΡΤΗΟΥ ΚΕ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΟΡΕΟΥ ΩΡΟΥΣ ΑΨΚϚ ΜΗ» (=1726) και η δεύτερη στο ναό «ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΤΗ Ο ΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ … ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΜΙΣΑΗΛ ΣΙΝΑΙΤΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ ΧΥ ΑΨΜϚ» (=1726).

Από το 1817 όταν ξέσπασε στα Χανιά Βουβωνική πανώλη μέχρι το 1821 ο επίσκοπος Καλλίνικος Σαρπάκης, η οικογένεια του οποίου αφανίστηκε, είχε μετακομίσει στο Σιναϊτικό μετόχι. Παραμονές του 21 δολοφονήθηκε ο οικονόμος Θεοδόσιος από τον γενίτσαρο Γιαννούση Τσεβρέμη. Η μονή πυρπολήθηκε το 1821 και υπέστη σημαντικές ζημιές.

Η Αγία Τριάδα πρόσφερε στην Κρήτη μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της επανάστασης του 1821, με τεράστια εθνική προσφορά στον αγώνα για την ελευθερία, τον ιερομόναχο Νεόφυτο Οικονόμο (1787-1833). Καταγόταν από το Βενεράτο, ήταν μοναχός στο Σινά και στάλθηκε το 1819 ως οικονόμος στην Αγία Τριάδα. Ίσως μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Καλλίνικο Βερροιαίο, με την έναρξη της επανάστασης εγκατέλειψε τη μονή, έλαβε μέρος στη Συνέλευση στη Θυμιανή Παναγία και στάλθηκε στην Ελλάδα για να ζητήσει εφοδιασμό της Κρήτης. Επιλέχθηκε γενικός γραμματέας του αρχηγού Μιχαήλ Αφεντούλιεφ και από τις 15-11-1821 ορίστηκε Προσωρινός Γενικός Έπαρχος. Πολέμησε στην Πελοπόννησο (1824-25), ήταν από τους ηγέτες στην πετυχημένη εκστρατεία του 1825, και διετέλεσε αντιπρόσωπος της Κρήτης στη Βουλή των Ελλήνων στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας και στη Συνέλευση της Πρόνοιας. Διετέλεσε αντιπρόσωπος της επαρχίας Μαλεβιζίου στο Κρητικό Συμβούλιο (1828), μέλος της Επιτροπής των Ανατολικών Επαρχιών, πρόεδρος στις Συνελεύσεις στις Μαργαρίτες και στη Ρογδιά (1830) και μέλος της επιτροπής για την ένωση, που όρισε το Κρητικό Συμβούλιο. Κατέφυγε στην Πελοπόννησο κυνηγημένος από τους Τούρκους και πέθανε στο Ναύπλιο (17 Ιανουαρίου 1833), σε ηλικία 46 ετών.

Από τότε η μονή ακολούθησε φθίνουσα πορεία μέχρι την περίοδο 1845-1854 όταν την ανασυγκρότησε ο ιερομόναχος οικονόμος Γαβριήλ Διακονίδης. Το 1889 όταν κατέφυγαν εδώ πανικόβλητα γυναικόπαιδα, πολιορκήθηκαν από Τούρκους άτακτους και σώθηκαν με την επέμβαση του στρατού.

Η μονή είναι κτισμένη σε μια εύφορη περιοχή είχε πάντα αγροτικό χαρακτήρα, όπως μαρτυρούν οι χώροι της (ελαιοτριβείο, αποθήκες, κλπ), στη νότια πτέρυγα. Εντυπωσιακό είναι το ελαιοτριβείο της μονής, ένα μεγάλο ορθογώνιο που χωρίζεται στα πέντε από τέσσερις μεγάλες τοξοστοιχίες με δυο οξυκόρυφα τόξα η καθεμιά και χρονολογείται το δεύτερο μισό του 16ου αι.  Είχε δυο κυκλικούς μηχανισμούς άλεσης με τέσσερις μυλόπετρες και μεταλλικά  πιεστήρια. Αποκαταστάθηκε πρόσφατα και μετατράπηκε προσωρινά σε ναό. Το συγκρότημα έχει σχήμα μεγάλου ορθογωνίου, με ισόγεια κυρίως δόμηση. Στο μέσον και ανατολικά είναι το καθολικό μονόχωρο, καμαροσκέπαστο, με οξυκόρυφη καμάρα, ενισχυμένο με αντηρίδες ενσωματωμένες στην αρχική τοιχοποιία και με δίλοβο καμπαναριό, επεκτάθηκε πιθανώς το 1745.

Στις αρχές Ιουλίου του 1901 σε δημοσίευμα εφημερίδας αναφέρεται ότι έγιναν τα εγκαίνια της του ναού της μονής, ίσως μετά από ανακαίνιση του μονόχωρου καθολικού.

Σήμερα είναι ανακαινισμένη και διαθέτει αξιόλογη αγροτική περιουσία.

 

  • Το μετόχι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στα Άπτερα

Μετά τον θάνατο του οσίου Χριστοδούλου (1093), ιδρυτή της μονής της Πάτμου, επί αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118), της παραχωρήθηκε με αλλεπάλληλα χρυσόβουλα, ποσότητα 300 μόδια σιταριού  (μοναστηριακός μόδιος = 889 τμ. γης ή 10,24 κιλά), και 24 νομίσματα. Επί Μανουήλ Κομνηνού (1143-1176), η ποσότητα αυξήθηκε σε 700 μόδια σιταριού και 48 νομίσματα και από το 1176 με αυτοκρατορική εντολή η μονή θα εισέπραττε δυο λίτρες τρικέφαλα νομίσματα. Μετά από 20 χρόνια, σε γράμμα του ηγουμένου της Πάτμου προς τον αυτοκράτορα αναφέρεται η ύπαρξη ακινήτου στην Κρήτη, που είχε παραχωρηθεί από τον Ισαάκιο Γ΄ Άγγελο (1185-1195), στον επίσκοπο Καλαμώνος, ο οποίος ανήγειρε τον ναό του Αγίου Νικολάου και εγκατέστησε 4-5 μοναχούς. Μετά τον θάνατό του ηγουμένου το ακίνητο παραχωρήθηκε από τον Δούκα της Κρήτης σε κάποιο ντόπιο ονόματι Χορτάτζη και οι μοναχοί ζητούσαν να τους δοθεί για να καλλιεργήσουν σιτάρι. Ο Αλέξιος Άγγελος το 1196 το απέδωσε στη μονή της Πάτμου για τη συντήρηση του μετοχιού στο Παλαιόκαστρο και τα περισσεύματα θα πήγαιναν στη μονή της Πάτμου.

Το 1219 στη συνθήκη του Δούκα της Κρήτης Domenico Delphino με τους Κωνσταντίνο Σεβαστό Σκορδίλη και Θεόδωρο Μελισσηνό, αναφέρονται μοναχοί της Πάτμου στην Κρήτη. Σε έγγραφο του Δόγη της Βενετίας Ranier Zen (1267), σημειώνεται ότι στο μετόχι του Στύλου οι μοναχοί να είναι ελεύθεροι στην κτήση τους. Το μετόχι αναφέρεται σε επόμενα έγγραφα (1271, 1307, 1321), και από τον 16ο αι. αναφέρεται στο αρχείο της Πάτμου ότι βρίσκεται στον Στύλο και στο Παλαιόκαστρο. Το 1504 επικυρώθηκαν από το Πατριαρχείο τα προνόμια της μονής αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου ως Πατριαρχικού Σταυροπηγίου. Οι εγκαταστάσεις χρονολογούνται από τον 17ο αι. και σαφέστερες αναφορές υπάρχουν τον 19ο αι. (περί λόφου των Απτέρων, Παλαιοκάστρου και μονής στα Μεγάλα Χωράφια).

Από τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο ανήκε στην Πάτμο ο Στύλος και η εκκλησία των Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Αγίου Νικολάου. Το μετόχι που εκτεινόταν από το Παλαιόκαστρο μέχρι τον Στύλο, το 1629 είχε δυο μοναχούς, και το 1637 που δηλώθηκε από τον Ιερεμία Καλαβάτη είχε 2 μοναχούς. Το 1650 η μονή δηλώνεται ως Παναγία Παλιόκαστρου γεγονός που σημαίνει ότι κατά  τη διάρκεια του πολέμου οι μοναχοί την εγκατέλειψαν, μετακινήθηκαν στη Ζερβιώτισσα και επανήλθαν αφού το 1670 δηλώθηκε ως μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου με ένα μοναχό οικονόμο.

Στη δεκαετία του 1950 μεγάλο μέρος από τα κτήματα της μονής πουλήθηκαν με συμβολικό τίμημα σε αγρότες της περιοχής και το 1964 εγκαταλείφθηκε.

Ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Παλαιόκαστρο είναι μονόχωρος, χωρίς ιδιαίτερα στοιχεία.

 

  • Η ερειπωμένη μονή της Αγίας Κυριακής

Η μονή της Αγίας Κυριακής ήταν κτισμένη ανατολικά της Χαλέπας στη θέση Βλυχάδια ή Ταμπακαριά, όπως ονομάζεται η περιοχή στα νεότερα χρόνια λόγω των βυρσοδεψείων που υπήρχαν εκεί. Ήταν το παλιότερο μοναστήρι του Ακρωτηρίου και διαδραμάτισε κύριο ρόλο στην ίδρυση των μεγάλων μονών Γδερνέτου και Αγίας Τριάδος. Η παλιότερη αναφορά της Αγίας Κυριακής εντοπίζεται σε έγγραφο του Ρέκτορα Χανίων Benetto Pesaro της 24ης Ιανουαρίου 1611. Σε έγγραφο του 1612 αναφέρεται ρητά ότι είχε περισσότερα από εκατό χρόνια ύπαρξης. Το τυπικό της Αγίας Κυριακής αναφέρει ότι το 1603  η μονή παραδόθηκε από τον μοναχό Γαβριήλ Ροδίτη, ένα γνωστό λόγιο κληρικό της εποχής, με συμβολαιογραφική πράξη σε μοναστική αδελφότητα που απέβλεπε ως ιδανικό σε μοναστική κοινότητα του Αγίου Όρους. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει τις σχέσεις των αδελφών μοναχών της μονής Λαυρεντίου και Ιερεμία, κτητόρων της Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων, με το Άγιο Όρος.

Στις αρχές του 17ου αι. είχε 20 μοναχούς, αναδιοργανώθηκε κοινοβιακώς και το 1610 ζήτησε άδεια προσάρτησης κτηματικής περιουσίας. Για την ικανοποίηση του αιτήματος αναφέρεται ότι ο ονομαστός μοναχός της  Αγίας Κυριακής Μητροφάνης Φασιδώνης, ήταν έτοιμος να μεταβεί στην Βενετία για να το υποστηρίξει. Ο Μητροφάνης Φασιδώνης έγινε μοναχός στην Αγία Κυριακή περί το 1593, το 1601 ήταν μοναχός του Γδερνέτου, το 1612 και το 1613 ήταν μοναχός στην Αγία Κυριακή «από πολλά χρόνια», και το 1616 τον βρίσκουμε πάλι μοναχό του Γδερνέτου. Από τις αρχές του 1611 οι μοναχοί της Αγίας Κυριακής είχαν εκφράσει τη σταθερή τους θέληση να μετατρέψουν τη μονή τους σε κοινόβιο. Όταν ο Προβλεπτὴς Ζan-Giacomo Zane έστειλε το τυπικό της Αγίας Κυριακής στη Βενετία για έγκριση, οι μοναχοί ενάμισι χρόνο πριν ζούσαν κοινοβιακή ζωή.

Η μονή ήταν οργανωμένη και αποτελούσε παράδειγμα που έχαιρε εκτίμησης από τις Βενετικές αρχές. Το 1610 ζητήθηκε από τον Ρέκτορα των Χανίων η ανάθεση της οργάνωσης της Αγίας Τριάδος στον Ιερεμία Τζαγκαρόλο. Το 1621 οι βενετικές αρχές αποφάσισαν τη λειτουργία κοινοβιακώς των τριών μονών Αγίας Κυριακής, Γδερνέτου και Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων. Η αναδιοργάνωση της Αγίας Τριάδος σε κοινόβιο ανατέθηκε στον Αγιοκυριακίτη μοναχό Ιερεμία Τζαγκαρόλο που δέχτηκε, αφού συμφώνησαν οι επίτροποι της διαθήκης του Ιωακείμ Σοφιανού, ο Γενικός Προβλεπτής και οι μοναχοί της Αγίας Κυριακής. Η επίδραση της Αγίας Κυριακής στις άλλες μονές φαίνεται από την ανάθεση της οργάνωσης της Αγίας Τριάδος στον Ιερεμία Τζαγκαρόλο και από έγγραφο του μητροπολίτη Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρου του 1615, κατά το οποίο ανέθετε την εποπτεία και εκλογή ηγουμένης της γυναικείας μονής του Αγίου Γεωργίου Κερατιδιώτη στους μοναχοὺς της Αγίας Κυριακής. Οι μοναχές του Αγίου Γεωργίου Κερατιδιώτη, όπου μόναζαν η αδελφή του Σεβήρου Θεοκλήτη και η μητέρα του Χριστοδούλη, αντιτάχθηκαν με σφοδρότητα στην ανάθεσή της εκλογής ηγουμένης στη δικαιοδοσία της Αγίας Κυριακής.

Το 1612 η Αγία Κυριακή είχε 20 μοναχούς και κατά την απογραφή του 1637, άκμαζε, είχε 29 μοναχούς και δυο μετόχια: του Χριστού στον Ασπαλαθέ Σούδας και της Αγίας Τριάδας στον Κλαδισό.

Με την έναρξη της ηγουμενίας του Ιερεμία στην Αγία Τριάδα, αποφασίστηκε το σύμψηφο των μοναχών της Αγίας Κυριακής και της Αγίας Τριάδος για την εκλογή των ηγουμένων τους (θα ψήφιζαν οι μοναχοί κάθε μονής και τέσσερις μοναχοί της άλλης).

Η μονή αποτυπώνεται στους χάρτες του G. Corner (1625) και του Boschini (1651). Πρέπει να ήταν φρουριακού τύπου με πύργους και μεγαλόπρεπο καθολικό, μονόχωρο, τρίκογχο με τρούλο. Το 1612 δεν είχε ολοκληρωθεί ο περίβολος της μονής ενώ είχε αρχίσει η ανέγερση του Καθολικού.

Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους η μονή κατεδαφίστηκε και εξαφανίστηκε, ίσως γιατί έπαιξε ρόλο στην άμυνα των Χανίων και από τότε δεν αναφέρεται καθόλου, ενώ και η κτηματική περιουσία της καταπατήθηκε. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απογραφή του 1890 τα κτήματα της Αγίας Κυριακής, του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ελευθερίου ανήκαν σε ιδιώτες μουσουλμάνους.

Η μικρή εκκλησία της Αγίας Κυριακής ανατολικότερα του καθολικού ίσως ήταν το πρώτο καθολικό. Σήμερα από το κτιριακό συγκρότημα της μονής σώζονται μόνο ίχνη από τη θεμελίωση των κτιρίων και του καθολικού, όπως φαίνονται από τα ερείπια που ήρθαν στο φως μετά από ανασκαφές.

 

Σημείωση: Η βιβλιογραφία είναι στη διάθεση κάθε ερευνητή που θα τη ζητήσει.

Πρωτ. Μιχαήλ Βλαβογιλάκης

Θεολόγος – Ιστορικός ερευνητής